Τρίτη, Ιουνίου 28, 2005

Καλό καλοκαίρι...

...για εσάς. Για μένα πάλι προβλέπεται να είναι το πιο κουραστικό, ακόμα πιο κουραστικό κι από πέρσι. Μέχρι να ξεμπερδέψω από τις υποχρεώσεις μου πρέπει να σταματήσω τα πάντα, ακόμα και το blog.

Κυριακή, Ιουνίου 26, 2005

Πειραιάς και Μασσαλία (μέρος α)

Πειραιάς - Μασσαλία, λιμάνια με παράλληλη πορεία, μέσα από ένα κείμενο του μαρσεγέζου συγγραφέα Ζαν Κλωντ Ιζό:

H απελευθέρωση της Μασσαλίας. Κι ο πατέρας μου είχε παρασημοφορηθεί. Εύφημη μνεία. Αλλά πόσο μακριά ήταν όλα αυτά. Πενήντα χρόνια. Αρχαία ιστορία. Είχε απομείνει μονάχα η ανάμνηση των Αμερικανών στρατιωτών στην Κανεμπιέρ. Με τα κουτιά της Coca, τα πακέτα τα Lucky Strike. Και τα κορίτσια που ρίχνονταν στην αγκαλιά τους για ένα ζευγάρι νάιλον κάλτσες. Οι απελευθερωτές. Οι ήρωες. Πάει, ξεχάστηκαν κι οι βομβαρδισμοί τους τυφλά στην πόλη. Ξεχάστηκαν κι οι απεγνωσμένες έφοδοι των Αλγερινών τυφεκιοφόρων κατά της Νοτρ Νταμ ντε λα Γκαρντ για ν' απωθήσουν τους Γερμανούς. Κρέας για τα κανόνια, που το διοικούσαν στην εντέλεια οι αξιωματικοί μας.

σελ. 61, Ζαν Κλωντ Ιζό, Το τσούρμο, μετάφραση: Αλέξης Εμμανουήλ, εκδόσεις Πόλις

Η ιστορία μοιάζει πειραιώτικη, αν αλλάξουμε δυο ονόματα. Οι τυφλοί βομβαρδισμοί της Μασσαλίας από Συμμάχους επαναλήφτηκαν και στον Πειραιά, στις 11 Γενάρη του 1944. Η μόνη αναφορά που έχω διαβάσει για αυτό το βομβαρδισμό είναι από βιβλίο του Τάκη Μπενά.

Στις έντεκα του Γενάρη του '44 ο Πειραιάς βομβαρδίστηκε άγρια, σκληρά, νύχτα και μέρα από τους αγγλοαμερικάνους. Οι μισοί το μεσημέρι και οι άλλοι μισοί το βράδυ, ρίχνανε μπόμπες με το τσουβάλι. Πάνω από δύο χιλιάδες άμαχοι νεκροί. Η πόλη άδειασε. Καραβάνια με καροτσάκια και κάρα ν' ανεβαίνουν την Πειραιώς.

σελ. 55, Τάκης Μπενάς, Της Κατοχής - μνήμες μικρές σαν χρέος. εκδόσεις Θεμέλιο.

Από αυτόν το βομβαρδισμό γκρεμίστηκε μέρος της πόλης και η μητρόπολη, η Αγία Τριάδα. Ψάχνοντας στο διαδίκτυο βρήκα μερικές φωτογραφίες από τον βομβαρδισμένο Πειραιά.


Δευτέρα, Ιουνίου 20, 2005

Συλλέκτης βιβλίων.

Ποτέ δε με τράβηξε η συλλογή σπανίων βιβλίων, την θεώρησα σαν αδιαφορία για το περιεχόμενό τους, λατρεία της ύλης τους και μόνο: το θεωρούσα ίδιο με το να χρησιμοποιείς τα ογκώδη βιβλία για να κρατάνε ανοιχτή την πόρτα.Η άποψή μου θα άλλαζε όταν θα συνειδητοποιούσα ότι το χαρτί, το μέγεθος, η οσμή, το σχέδιο στο εξώφυλλο, ακόμα κι η γραμματοσειρά ενός βιβλίου ήταν ικανά να με κάνουν να το λατρέψω χωρίς να με πολυνοιάζει το περιεχόμενο. Η αρχή έγινε με τα βιβλία που έβγαζε ο Οδυσσέας τη δεκαετία του '80. Μικρό σχήμα 11x18 εκατοστών, λευκό εξώφυλλο και οπισθόφυλλο με μία κόκκινη διπλή λωρίδα στη ράχη και στο εμπροσθόφυλλο το σήμα του εκδοτικού οίκου πάνω αριστερά σε κόκκινο παραλληλόγραμμο, τίτλος και μια φωτογραφία ή σχέδιο στο κέντρο. Το πρώτο που διάβασα ήταν οι Αόρατες Πόλεις του Καλβίνο, δανεισμένες από τη δημοτική βιβλιοθήκη - ένα αξεπέραστο βιβλίο για μένα - κι η συνέχεια ήταν εξίσου εντυπωσιακή, Ροτ, Ντος Πάσος, Ζιντ, Κούντερα, Σάσα, Ταμπούκι, Παβέζε είχαν εκδοθεί από τον Οδυσσέα, μερικοί (Ιταλοί) μάλιστα σε μετάφραση Μυρσίνης Ζορμπά (που είναι τώρα ευρωβουλευτής) έπεσαν στα χέρια μου και τους ξεκοκκάλισα όλους (με εξαίρεση κάτι νέες προσθήκες στη βιβλιοθήκη που έπεσαν θύματα του στραγγαλισμένου ελεύθερου χρόνου).
Όσοι βρίσκονταν πίσω από τον Οδυσσέα θα πρέπει να ήταν γενικά ιταλοσπουδαγμένοι αν σκεφτεί κανείς και τον όγκο των ιταλικών μεταφράσεων αλλά και ότι λογοτέχνες μικρών γλωσσών μεταφράστηκαν στα ελληνικά μέσω της ιταλικής, όπως το Ξεκαθάρισμα Λογαριασμών του Ούγγρου Τίμπορ Ντέρι. Ο Οδυσσέας υπήρξε για μένα φετίχ:
γοητευμένος από την εμφάνιση αυτών των βιβλίων άρχισα τα τελευταία τέσσερα χρόνια να τα αγοράζω όπου τα έβρισκα (κυρίως σε παλαιοπωλεία) και να τα στοιβάζω όλα μαζί σε ένα χωριστό ράφι της βιβλιοθήκης μου ψάχνοντας παράλληλα σε όσα παλαιοπωλεία σύχναζα να βρω ξανά από τις εκδόσεις Οδυσσεάς (γιατί βγήκε πρόσφατα και από τον Καστανιώτη) το αντίτυπο των Αόρατων Πόλεων του Καλβίνο, ο οποίος με είχε κάνει να αρχίσω να μαθαίνω ιταλικά και να διαβάζω ιταλική λογοτεχνία. Το φετίχ με ωφέλησε πολλαπλά: αποκτώντας ό,τι είχε κυκλοφορήσει ο Οδυσσέας γνώρισα συγγραφείς που με κέρδισαν και διεύρυναν τη ζωή μου, τον Πάβελ Κόχουτ, τον Ροζέ Βαγιάν, τον Τίμπορ Ντέρι και άλλους που τους ευγνωμονώ που ασχολήθηκαν με κάτι τόσο άχρηστο όπως η λογοτεχνία.
Τις Αόρατες Πόλεις ευτύχησα να τις βρω στη σειρά του Οδυσσέα την Τρίτη 7 Δεκεμβρίου 2004, ημερομηνία σημειωμένη στο χάρτινο προσωπικό μου ημερολόγιο - που κρατώ από το 1995 - και πλήρωσα μόνο 2 ευρώ για να τ' αποκτήσω. Το επόμενο βήμα ήταν να το αγοράσω και στα ιταλικά από τον
Mondadori (σε έκδοση τσέπης, στο ίδιο μέγεθος με αυτή του Οδυσσέα) και με την ευκαιρία θα αντιγράψω ένα απόσπασμα εδώ, κλείνοντας τούτην την καταχώριση:

...Αυτήν την φορά ο Κουμπλάι Χαν φαινόταν απρόθυμος να αφεθεί στην κούραση. "Πες μου για μια ακόμα πόλη", επέμενε. "Φεύγεις από εκεί και καλπάζεις τρεις μέρες ανάμεσα στον γρέγο και το λεβάντε..." ξανάρχισε ο Μάρκο, απαριθμώντας ονόματα και έθιμα και εμπορεύματα πολλών τόπων. Θα μπορούσες να πεις ότι είχε ένα ρεπερτόριο ανεξάντλητο, όμως τώρα ήρθε και η σειρά του να παραιτηθεί. Ήταν χάραμα όταν είπε: "Κύριε, τώρα πια σου έχω μιλήσει για όλες τις πόλεις που γνωρίζω".
"Μένει μία που δε μιλάς ποτέ γι' αυτήν".
Ο Μάρκο Πόλο έσκυψε το κεφάλι.
"Τη Βενετία", είπε ο Χαν.
Ο Μάρκο χαμογέλασε. "Και για τι άλλο νόμιζες πως σου μιλούσα τόσον καιρό;"
Ο Αυτοκράτορας δεν έδειξε την παραμικρή αντίδραση. "Κι όμως δε σε άκουσα ποτέ ν' αναφέρεις το όνομά της."
Κι ο Πόλο: "Κάθε φορά που περιγράφω μία πόλη λέω κάτι για τη Βενετία."
"Όταν σε ρωτάω για άλλες πόλεις, θέλω να σ' ακούω να μιλάς για 'κείνες. Και για τη Βενετία, όταν σε ρωτάω για τη Βενετία."
"Για να ξεχωρίζω τα γνωρίσματα των άλλων πόλεων πρέπει να ξεκινάω από μία πρώτη πόλη που να υπονοείται. Η πόλη για μένα είναι η Βενετία."
"Τότε θα 'πρεπε να αρχίζεις κάθε αφήγηση των ταξιδιών σου από την αναχώρηση, περιγράφοντας τη Βενετία ολόκληρη, έτσι όπως είναι, χωρίς να παραλείπεις τίποτα απ' ό,τι θυμάσαι γι' αυτήν."
Το νερό της λίμνης μόλις που ρυτίδωνε. Η χαλκόχρωμη αντανάκλαση του αρχαίου ανακτόρου των Σουνγκ θρυμματιζόταν σε σπινθηροβόλες ανταύγειες σαν φύλλα να επέπλεαν.
"Οι εικόνες της μνήμης, μόλις αιχμαλωτιστούν απ' τις λέξεις, σβήνουν", είπε ο Πόλο. "Ίσως φοβάμαι μήπως χάσω τη Βενετία διαμιάς, αν μιλήσω γι' αυτήν. Ή ίσως, μιλώντας για άλλες πόλεις, την έχω χάσει ήδη λίγο."

Τρίτη, Ιουνίου 14, 2005

Φωτιά στο λιμάνι.

Σήμερα το πρωί ήταν μέρα λαϊκής και βιβλίων. Πηγαίνοντας στην στάση του λεωφορείου έπρεπε να περάσω από τη λαϊκή της Γεωργίου Θεοτόκη στον Πειραιά. Στο ύψος του Αγίου Νείλου ο κόσμος είχε αναστατωθεί και φώναζε, ακούγονταν τζάμια να σπάνε κι όλοι κοιτούσαν προς την ίδια κατεύθυνση. Αρχικά σκέφτηκα ότι γινόταν καβγάς γιατί καθώς ερχόμουν από το στενό δεν μπορούσα να δω τους καπνούς. Όταν πλησίασα στη Θεοτόκη είδα το μεζεδοπωλείο κοντά στον Άγιο Νείλο να έχει αρπάξει φωτιά. Η συγκυρία της λαϊκής αγοράς το έκανε ακόμα πιο επικίνδυνο γιατί υπήρχε πολύς κόσμος τριγύρω. Η φωτογραφία που έβαλα στο blog είναι τραβηγμένη από κινητό Nokia 6600 στις 9 και 15 το πρωί, όταν έφτασε η πυροσβεστική. Αν θέλετε να δείτε και τις 10 φωτό που έχω ανεβάσει συνολικά μπορείτε να επισκεφτείτε τη σελίδα με τις φωτό κάνοντας κλικ εδώ.



Δευτέρα, Ιουνίου 13, 2005

Η σωματική επαφή με τα βιβλία.


Μέσα σε βιβλίο των εκδόσεων Κατσανιώτη είχε ένα μικρό δοκίμιο του Σωτήρη Τριβιζά -σε πολύ μικρό σχήμα- με τίτλο Η τέχνη της ανάγνωσης. Από εκεί παίρνω το ακόλουθο απόσπασμα:

Μερικοί αναγνώστες συνηθίζουν να βυθίζουν τη μύτη τους μέσα στις σελίδες ενός βιβλίου και ν' απολαμβάνουν το άρωμα της τυπωμένης μελάνης. Μολονότι αυτό γίνεται συνήθως στα κρυφά, πρέπει να σημειώσουμε ότι αποτελεί μία καθόλα νόμιμη πράξη. Το βιβλίο απευθύνεται σε όλες τις αισθήσεις μας, κι αυτό είναι κάτι που το ξέρει καλά ο αναγνώστης.
Πρέπει να διαφωνήσω: δεν μυρίζω κρυφά τα βιβλία. Το κάνω στα φανερά και δε νομίζω ότι είναι μόνο το άρωμα του μελανιού αλλά είναι και το άρωμα του χαρτιού που - αν και δεν είμαι καλός στις οσμές - μπορώ να πω ότι με βάση αυτό έχω ταξινομήσει τα βιβλία (ανάλογα με την οσμή τους) στη βιβλιοθήκη μου. Ο πρώτος αναγνώστης που διάβασα ότι μυρίζει τα βιβλία ήταν ο Έκο κι επειτα η σύζυγος ενός βιβλιοθηκάριου - χωρίς να έχει επηρεαστεί σε αυτό από το σύζυγό της, ο οποίος αδιαφορεί για αυτό το βίτσιο. Δεν υπάρχει καμία απόδειξη ότι όσοι ασκούν επαγγέλματα σχετικά με βιβλία (βιβλιοπώλες, βιβλιοθηκάριοι, βιβλιοδέτες κλπ) έχουν κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον να μυρίζουν τα βιβλία. Μπορεί κάποιος να διαβάζει λίγα βιβλία αλλά και πάλι να έχει τη συνήθεια να τα μυρίζει. Όσο για μένα, το να το μυρίσω είναι το πρώτο που κάνω όταν αποκτώ ένα βιβλίο, το κάνω μερικές φορές τις πρώτες μέρες και έπειτα το ξανακάνω όταν το διαβάζω, συνήθως όταν η ανάγνωση με έχει κουράσει και δεν έχω να κάνω κάτι άλλο. Για να το θέσω επιγραμματικά, το μύρισμα του βιβλίου είναι η συνέχιση της ανάγνωσης με άλλα μέσα. Η μυρωδιά του βιβλίου είναι χορταστική, βαθιά και επισκιάζει τις άλλες αισθήσεις. Μόνο στις αντιδράσεις γνωστών μου κατάλαβα ότι μοιάζει παράξενο το να μυρίζεις ένα βιβλίο κάτι που το κάνω από μικρός και που ποτέ δεν σκεφτηκα αν είναι αφύσικο.
Το παραδέχομαι ότι είπα ψέμματα όταν παραπάνω έγραψα ότι ταξινομώ τα βιβλία μου σύμφωνα με τη μυρωδιά τους. Στη βιβλιοθήκη μου ακολουθώ χαλαρά την αρχή της θεματικής συνάφειας και μέσα στις θεματικές ενότητες του κάθε ραφιού ακολουθώ την δεύτερη αρχή της οπτικής αρμονίας ως προς α) το μέγεθος και β) το χρώμα. Δανείζω βιβλία τακτικά μολονότι είναι ενάντια στις αρχές μου κι έχω βρει μερικά άτομα που το να τους δανείζω βιβλία αποδεικνύεται χρήσιμο γιατί αποκτώ έπειτα πρόσβαση και στη δική τους βιβλιοθήκη. Άλλη μία αρχή μου είναι να μην γράφω ούτε να σημειώνω ποτέ στα βιβλία μου, αρχή την οποία έχω επίσης παραβεί πολλές φορές αλλά καθησυχάζω τις ανήσυχίες μου χρησιμοποιώντας μηχανικό μολύβι 0.5 και υποσχόμενος στον εαυτό μου ότι κάποια στιγμή θα επιστρέψω για να τα σβήσω όλα (δεν το έχω κάνει ποτέ). Μολονότι θα ήθελα όλα τα βιβλία μου να έχουνε το όνομά μου ωστόσο μόνο σε λίγα το έχω γράψει. Ο προαναφερθείς βιβλιοθηκάριος το κάνει με όλα τα βιβλία του βάζοντας όνομα και χρονολογία και ένας καθηγητής μου από το πανεπιστήμιο προσθέτει το όνομά του με μικρά γράμματα στην τελευταία σελίδα.
Επειδή συχνάζω πολύ στα παλαιο(βιβλιο)πωλεία έχει τύχει να βρω και βιβλίο με σφραγίδα. Κάποιος σφράγιζε με αυτήν όλα τα βιβλία της ιδιωτικής του βιβλιοθήκης κι είναι η πιο προχωρημένη μορφή δήλωσης της ιδιοκτησίας που συνήθως τη βλέπουμε μόνο σε βιβλία δημοτικών, εθνικών και πανεπιστημιακών βιβλιοθηκών. Όταν ο ιδιοκτήτης αυτής της βιβλιοθήκης απεδήμησε εις κύριον οι τεθλιμμένοι συγγενείς πούλησαν τα βιβλία του στον παλαιοπώλη και ένα από αυτά κατέληξε στα χέρια μου για το ευτελές ποσό των 3.5 ευρώ: πρόκειται για μία Βίβλο του 1932 στα γαλλικά, κεντρική διάθεση 58 rue de Clichy, εκεί κοντά όπου έμενε ο Σελίν που το 1932 έχασε προς έκπληξη όλων μας το βραβείο Γκονκούρ για το Μακρύ ταξίδι μέσα στη νύχτα.
Η συμβουλή μου είναι να μην αφιερώνετε τα βιβλία σας. Αγοράστε μια κάρτα και βάλτε τη ανάμεσα στις σελίδες. Έχω βρει πολλά βιβλία με αφιερώσεις: συγγραφείς που τα στέλνουν σε κριτικούς, φίλοι σε φίλους, ερωτευμένοι μεταξύ τους, οι οποίοι μετά το χωρισμό πάνε να πουλήσουν τα βιβλία. Δεν έχω κανένα πρόβλημα με την λήθη, την καταστροφή και το θάνατο, όλα τελειώνουν κάποτε και γι'αυτό σας προτείνω να κάνετε έρωτα όσο περισσότερο μπορείτε με όσο λιγότερες αναστολές γίνεται αλλά προς θεού μην δώσετε την ευκαιρία στο πρόσωπο που αγαπάτε να πουλήσει τα βιβλία μαζί με τις αφιερώσεις σας. Όσοι σκέφτεστε να πουλήσετε βιβλία που κάποτε σας δώρισαν να ξέρετε πως ο παλαιοπώλης θα τ' αποτιμήσει φθηνότερα κι από τα εισιτήρια που χαλάσατε για να πάτε στο Μοναστηράκι. Γιατί να μην κρατήσετε τα δώρα; Όσοι θέλετε να κάνετε δώρο βιβλία πάρτε τα μέτρα σας: μην αφήνετε διακριτικά σημάδια πάνω τους, αφιερώσεις και προσωπικά μηνύματα γιατί κάποτε θα καταλήξουν σε ξένα χέρια, όπως κατέληξαν και τα κορμιά που αγαπήσατε και μεταχειριστήκατε.

Σάββατο, Ιουνίου 11, 2005

Σαμοβάρι

Στις εξετάσεις για το Zertifikat στα γερμανικά είχε πέσει κάποτε σε γνωστό μου ως θέμα η σύνταξη μίας επιστολής πελάτη προς το κατάστημα απ' όπου είχε αγοράσει ένα Wecker με την οποία έπρεπε να διαμαρτυρηθεί ότι το Wecker ήταν ελαττωματικό και έπρεπε να του το αντικαταστήσουν. Η έκθεση - για το επίπεδο αυτό - ήταν άψογη με μία και μόνη εξαίρεση: δεν ήξερε τι σημαίνει Wecker, δεν μπόρεσε να το συμπεράνει από τα συμφραζόμενα της εκφώνησης και έτσι έκανε κάποια λάθη πραγματολογικά, όπως το ότι ζητούσε από το κατάστημα να στείλει φορτηγό για να πάρει το Wecker: είναι υπερβολική αξίωση για ένα μόνο ξυπνητήρι (Wecker).
Η παραπάνω κατάσταση περιγράφει τη δική μου σχέση με αντικείμενα άλλων εποχών και κόσμων που γνώριζα μέσα από λογοτεχνικές σελίδες: μου έχει μείνει η εντύπωση ότι στη ρώσικη λογοτεχνία οι ήρωες κάνουνε περιπάτους ή ιππασία μέσα σε δάση από σημύδες χωρίς να ξέρω τι είναι και με τι μοιάζει η σημύδα.
Το πιο μυστηριώδες πράγμα (ίσως όχι το πιο μυστηριώδες αλλά μου αρέσει να ξεκινώ προτάσεις με τον υπερθετικό βαθμό όταν θέλω να τραβήξω την προσοχή) που έχω συναντήσει και που ποτέ μέχρι τώρα δεν είχα αναζητήσει να μάθω ήταν το σαμοβάρι. Μόνο διαβάζοντας Τολστόι μου είχε μείνει η εικόνα της Ρώσικης αριστοκρατίας να το χρησιμοποιεί σε κοινωνικές περιστάσεις και το ξανασυνάντησα στο Υποχρεωτική Ευδαιμονία του Νόρμαν Μανέα και στο Φυγή χωρίς τέλος του Γιόζεφ Ροτ (νιώθω τυχερός που διάβασα Ροτ). Θα παραθέσω το σχετικό απόσπασμα από το βιβλίο του Ροτ όπου φαίνεται πως δεν είμαι ο μοναδικός άσχετος με τα σαμοβάρια:

Ο διευθυντής της ορχήστρας είχε αγοράσει πριν από πολλά χρόνια από κάποιους ρώσους πρόσφυγες ένα ασημένιο σαμοβάρι σαν κάτι αξιοπερίεργο. Για να τιμήσει τον αδελφό του, που θα μπορούσε πια να θεωρηθεί ένα είδος Ρώσου, το αντικείμενο μεταφέρθηκε μπροστά τους πάνω σε ένα τραπεζάκι με ρόδες που το έσπρωχνε ο υπηρέτης με τη λιβρέα. Ο υπηρέτης φορούσε άσπρα γάντια κι έπαιρνε με τις ασημένιες τσιμπίδες της ζάχαρης τα καρβουνάκια που θα άναβαν το σαμοβάρι. Αναδύθηκε μία βρώμα σαν απο μικρή ατμομηχανή. Ο Τούντα τότε χρειάστηκε να εξηγήσει πώς χρησιμοποιείται το σαμοβάρι. Στη Ρωσία δεν είχε ποτέ χρησιμοποιήσει, όμως δεν το ομολόγησε, εμπιστεύτηκε τη διαίσθησή του.
σελ. 88, Γιόζεφ Ροτ, Φυγή Χωρίς Τέλος, μετ.: Σωτήρης Χαλικιάς, εκδ. Οδυσσέας, 1984.
Μέχρι σήμερα δεν είχα ενδιαφερθεί να μάθω τι είναι το σαμοβάρι, οι σημύδες, η λιβρέα κι όλα τα άγνωστα που αποτελούν το σκηνικό των βιβλίων που διαβάζω, προτιμώ με πυξίδα το ίδιο το κείμενο να κάνω με το νου μου υποθέσεις κι αυτό με βγάζει σε μία φαντασία φτιαγμένη από οικείες παραστάσεις (παρμένες από 'δω κι από 'κει) αλλά τόσο αληθινή για μένα ώστε να υστερεί μόνο σε ευρύτητα σε σχέση με την πιο πλατιά αντίληψη της πραγματικότητας. Ανεξαρτήτως των παραμέτρων που χρησιμοποιούμε αυτό που συνήθως μετρά είναι η αίσθηση ότι κατέχουμε τα πράγματα κι αν αυτό είναι κάπως χαλαρό για τη λογοτεχνία, ωστόσο ακόμα και για την ιστορία όπου είναι πιο αυστηρό και εκεί οι παρανοήσεις του παρελθόντος κρίνονται όχι με κριτήρια επιστημονικής εγκυρότητας αλλά με τη ζυγαριά της αποτελεσματικότητας των παρανοήσεων στο να συμβάλλουν στο χτίσιμο του προσωπικού και συλλογικού μύθου. Ζώντας μέσα σε έναν κόσμο παρεξηγήσεων κι όντας τυπικός εκπρόσωπος της μετριότητας και της τεμπελιάς καταλαβαίνετε γιατί μου πήρε 15 χρόνια από την ανάγνωση του Τολστόι για να ψάξω για το σαμοβάρι στην εγκυκλοπαίδεια κι ας κατέληξα και πάλι στο συμπέρασμα ότι η γνώση αυτή δε μου χρειαζόταν εντέλει:

σαμοβάρι, το (ρωσ. samovar). Είδος μεταλλικού βραστήρα που χρησιμοποιείται στην Ρωσία και στις χώρες της Μέσης Ανατολής, για να θερμαίνει το νερό του τσαγιού. Το παραδοσιακό σαμοβάρι, συνήθως χάλκινο, έχει το σχήμα υδρίας. Διασχίζεται από πάνω ως κάτω από έναν αγωγό, που καταλήγει στη βάση του σκεύους σε σχάρα, όπου τοποθετούνται αναμμένα κάρβουνα. Το νερό που χύνεται από το πάνω μέρος του σκεύους περιβάλλει τον αγωγό, ο οποίος μπορεί να επιμηκυνθεί με ένα κινητό τμήμα και λειτουργεί σαν καμινάδα. Κοντά στη βάση του σκεύους βρίσκεται μία βρύση για να παίρνει κανείς το βραστό νερό. Το σαμοβάρι, που είναι σήμερα ηλεκτρικό, υπάρχει σχεδόν σε κάθε ρώσικο σπίτι.
Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος, τόμος 53.

Πέμπτη, Ιουνίου 09, 2005

Ο Φερεκύδης ήταν λέρα (άλλη μια ιστορία για τον ΑΣΕΠ).

Το καλοκαίρι του 1998 στη Σύρο θα το θυμόμαστε για πολλούς λόγους, ανάμεσα στους οποίους ένας ήταν κι ο Φερεκύδης. Έχοντας συνηθίσει να κοιμόμαστε πέντε το πρωί και να ξυπνάμε μία το μεσημέρι ήταν αναπόφευκτο να ξεκινήσουμε για τη σπηλιά του Φερεκύδη το καταμεσήμερο, Αύγουστο μήνα, σε ένα από τα τυπικά νησιά του Αιγαίου όπου το ψηλότερο δέντρο είναι ο μαϊντανός και δεν υπάρχει καμία ελπίδα να βρεις ίσκιο να δροσιστείς. Καβαλήσαμε 13 νοματαίοι (οι περισσότεροι φιλόλογοι) τα νοικιασμένα φιατάκια και αρχίσαμε να ανεβαίνουμε σε ένα μέρος που μου έχει αφήσει την εντύπωση ότι ήταν το ψηλότερο του νησιού. Εκεί φτάσαμε με το χάρτη και μετά από συνεννοήσεις με ντόπιους που κανείς τους δεν ήξερε το Φερεκύδη. Το νερό μας είχε τελειώσει, το τελευταίο υγρό που είχαμε καταναλώσει ήταν τα ποτά της προηγούμενης νύχτας στο μπαρ γειτονικού ξενοδοχείου (στο σπίτι δεν είχαμε καθόλου νερό) κι ήμασταν 3 το μεσημέρι με τον ήλιο να μας βαράει κατακέφαλα στο τέλος ενός χωματόδρομου που δεν πήγαινε πουθενά και απ' όπου δεν περνούσε κανένας. (Λάθος, ήτανε και κάτι σα σπίτι με μία κατσίκα και έναν άνθρωπο ο οποίος μας είπε ότι δεν υπάρχει καμία σπηλιά.) Το μόνο ίχνος του αρχαίου μαλάκα που βρήκαμε ήταν μία πεσμένη πινακίδα που έδειχνε μια κατεύθυνση και έλεγε "Προς σπηλιά Φερεκύδη". Μην ξέροντας προς τα πού έδειχνε φωτογραφίσαμε την πινακίδα για αναμνηστικό και πήραμε ποδαράτοι ένα κωλόδρομο με γκρεμό ακριβώς δίπλα ελπίζοντας πως θα μας έβγαζε στο σωστό μέρος. Μετά από κανα πεντάλεπτο περπατώντας πάνω στον κωλόδρομο κι αφού είχα ρίξει (από μέσα μου) ένα κάρο μπινελίκια έφυγα πρώτος και πήγα να περιμένω στα αυτοκίνητα. Δεν βρήκα την σπηλιά του Φερεκύδη αλλά ούτε οι άλλοι οι οποίοι αποθαρρύνθηκαν και γυρίσαν μετά από λίγο. Το κέρδος της εξόρμησης ήταν πως βρήκαμε πού θα στέλνουμε τους ανυποψίαστους εχθρούς μας για να τους εκδικηθούμε.
Απρίλιος 2005: Στο διαγωνισμό του ΑΣΕΠ, στην εξέταση των Αρχαίων πέφτει multiple choice ερώτηση για το ποιος ήταν ο αρχαιότερος πεζογράφος. Είχε δύο άσχετες επιλογές, τον Εκαταίο τον Μιλήσιο και τον Φερεκύδη από τη Σύρο (υπάρχει και Φερεκύδης από την Αθήνα). Εμείς έχοντας μάθει από το Λύκειο κιόλας να ξεκινάμε με τους Ίωνες λογογράφους επιλέξαμε τον Εκαταίο τον Μιλήσιο. Σε συζήτηση έπειτα για τις σωστές απαντήσεις και μετά από πολύ ξεφύλλισμα διαβάσαμε:
...η Θεολογία του Φερεκύδη από τη Σύρο... περνούσε για το αρχαιότερο πεζό έργο και... πρέπει να τοποθετηθή στα μέσα του 6. αι.
Ύστερα από αυτό πιστεύω ότι με έχει στοιχειώσει το πνεύμα του Φερεκύδη. Ζητείται επειγόντως εξορκιστής ειδικευμένος στα αρχαία ξόρκια.