Τρίτη, Αυγούστου 24, 2004

Μια ασήμαντη μικρή λεπτομέρεια.

Χτες ήμουνα στο λεωφορείο και σκέφτηκα ότι το καλοκαίρι σώνεται σιγά σιγά και μπαίνουμε στο Σεπτέμβρη που σηματοδοτεί την επιστροφή στις υποχρεώσεις, δουλειά, πρωτάθλημα, ωράριο, σχολή, σχολείο και για μια στιγμή ένιωσα καλά και ένιωσα να βρίσκομαι σε γνώριμο τόπο. Η επανάληψη μας εξοικειώνει με το πέρασμα του χρόνου, ίσως η αίσθηση του ελέγχου, ότι δε βαδίζουμε με κλειστά τα μάτια με ανακούφισε και για μια στιγμή σκέφτηκα πόσο μου αρέσει που ζω.

Άλλο ήθελα να πω. Πριν κανα πενθήμερο είχε χαθεί στο χωριό ένας νέος που είχε πάει για υποβρύχιο ψάρεμα. Γνωρίζαμε τη μητέρα του κι όντας παιδιά είχαμε παίξει μαζί στην παραλία σε ένα απροσδιόριστο παρελθόν. Η κοπέλα του γύρισε από το εξωτερικό και αναλύθηκε σε λυγμούς ζητώντας να της πούνε πως είναι ψέμματα. Τελικά βρέθηκε σήμερα από ένα ελικόπτερο που ερευνούσε την περιοχή.

Σκεφτόμουν πόσο παράξενο ήταν, όσο ζούσε στην αναμονή η μάνα του είχε να ακούσει την φωνή του κοντά 4 μέρες. Τα ρούχα κρέμονταν αφόρετα στην ντουλάπα, τα παπούτσια μένανε σε μια γωνιά, το στρώμα που ζέσταινε, οι χώροι που γέμιζε με την παρουσία του ήταν και είναι κενά. Τώρα τα πράγματά του από αντικείμενα χρήσης θα γίνουν αντικείμενα πόνου, γιατί θα θυμίζουνε έμπρακτα την απουσία και συνάμα θα γίνουν αντικείμενα λατρείας γιατί θα θυμίζουνε την αλλοτινή παρουσία. Όποτε συμβαίνει κάτι τέτοιο μένω αμήχανος, κάθομαι και αναρωτιέμαι πώς έρχεται η συμφορά, πόσο αθόρυβη και απαρατήρητη είναι μερικές φορές. Η αιφνίδια αλλαγή της τύχης προς το ενάντιο μου παγώνει το αίμα, ζηλεύω την εικόνα της μητέρας εκείνης όπως την είχα δει πριν το κακό. Θα ήθελα να αντικαταστήσω ετούτο το θρήνο με εκείνη την εικόνα.

Σάββατο, Αυγούστου 21, 2004

[...]

Το χωριό έχει τη δύναμη να με φοβίζει και να με μελαγχολεί. Ίσως φταίει το παλιό σπίτι. Μου θυμίζει τους προγόνους μου που έχουνε φύγει από τη ζωή, ανθρώπους μιας παλιάς εποχής που εμάθα μέσα από αφηγήσεις και ανθρώπους που γέμισαν τα δεκάδες πλέον καλοκαίρια της ζωής μου και δεν υπάρχουνε πια. Πρόσφατα ήμουν μάρτυρας μίας συζήτησης για μία νεκρή. Πέρασαν κιόλας τα τρία χρόνια και έγινε η εκταφή της. Δεν μπορούσα να συνδέσω την εικόνα ενός μικρού κουτιού από κόκκαλα με εκείνην της γυναίκας που θυμόμουν να βλέπω συνήθως στην παραλία κάτω από μια ομπρέλα. Συνειδητοποίησα πως έχω ξεχάσει το όνομά της και όσο κι αν προσπάθησα δεν μπόρεσα να το ανασύρω από τη μνήμη μου. Απέρριψα τη σκέψη να ρωτήσω πώς τη λέγανε, θα ήτανε μία σπασμωδική και ανώφελη ενέργεια να αντιστρέψω τη ροή των πραγμάτων, να εφησυχάσω με την ψευδαίσθηση ότι μπορώ να σώσω κάτι από το ναυάγιο του χρόνου.