Σάββατο, Αυγούστου 21, 2004

[...]

Το χωριό έχει τη δύναμη να με φοβίζει και να με μελαγχολεί. Ίσως φταίει το παλιό σπίτι. Μου θυμίζει τους προγόνους μου που έχουνε φύγει από τη ζωή, ανθρώπους μιας παλιάς εποχής που εμάθα μέσα από αφηγήσεις και ανθρώπους που γέμισαν τα δεκάδες πλέον καλοκαίρια της ζωής μου και δεν υπάρχουνε πια. Πρόσφατα ήμουν μάρτυρας μίας συζήτησης για μία νεκρή. Πέρασαν κιόλας τα τρία χρόνια και έγινε η εκταφή της. Δεν μπορούσα να συνδέσω την εικόνα ενός μικρού κουτιού από κόκκαλα με εκείνην της γυναίκας που θυμόμουν να βλέπω συνήθως στην παραλία κάτω από μια ομπρέλα. Συνειδητοποίησα πως έχω ξεχάσει το όνομά της και όσο κι αν προσπάθησα δεν μπόρεσα να το ανασύρω από τη μνήμη μου. Απέρριψα τη σκέψη να ρωτήσω πώς τη λέγανε, θα ήτανε μία σπασμωδική και ανώφελη ενέργεια να αντιστρέψω τη ροή των πραγμάτων, να εφησυχάσω με την ψευδαίσθηση ότι μπορώ να σώσω κάτι από το ναυάγιο του χρόνου.

3 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Πολύ καλό κείμενο.

Ανώνυμος είπε...

Το κείμενο αυτό μου άρεσε τόσο πολύ, ώστε το διάβασα σε δύο συναδέλφους μου, επίσης το εκτύπωσα, το πήρα μαζί μου στο σπίτι και το διάβασα και στη μητέρα μου. Εκείνη συγκινήθηκε τόσο, που βούρκωσε. Δεν ξέρω αν σου φαίνονται κολακευτικά όλα αυτά. Ένα τόσο απλό κειμενάκι, κι όμως (για μένα πάντα) ίσως είναι το καλύτερο κείμενο που έχεις γράψει ποτέ.

Aureliano Buendia είπε...

Ακόμα δεν έχω θυμηθεί το όνομά της κι ας ήμασταν παιδικοί φίλοι με το γιο της γυναίκας. Ο χρόνος έχει διαβρώσει τα πάντα και δεν ξέρω αν η μνήμη είναι το φάρμακο ή η λήθη. Αν η διατήρηση της μνήμης κάποιου προσώπου μας παρηγορεί, η οριστική λησμονιά καθιστά την ανάγκη της παρηγοριάς περιττή.