Τρίτη, Ιουνίου 28, 2005

Καλό καλοκαίρι...

...για εσάς. Για μένα πάλι προβλέπεται να είναι το πιο κουραστικό, ακόμα πιο κουραστικό κι από πέρσι. Μέχρι να ξεμπερδέψω από τις υποχρεώσεις μου πρέπει να σταματήσω τα πάντα, ακόμα και το blog.

Κυριακή, Ιουνίου 26, 2005

Πειραιάς και Μασσαλία (μέρος α)

Πειραιάς - Μασσαλία, λιμάνια με παράλληλη πορεία, μέσα από ένα κείμενο του μαρσεγέζου συγγραφέα Ζαν Κλωντ Ιζό:

H απελευθέρωση της Μασσαλίας. Κι ο πατέρας μου είχε παρασημοφορηθεί. Εύφημη μνεία. Αλλά πόσο μακριά ήταν όλα αυτά. Πενήντα χρόνια. Αρχαία ιστορία. Είχε απομείνει μονάχα η ανάμνηση των Αμερικανών στρατιωτών στην Κανεμπιέρ. Με τα κουτιά της Coca, τα πακέτα τα Lucky Strike. Και τα κορίτσια που ρίχνονταν στην αγκαλιά τους για ένα ζευγάρι νάιλον κάλτσες. Οι απελευθερωτές. Οι ήρωες. Πάει, ξεχάστηκαν κι οι βομβαρδισμοί τους τυφλά στην πόλη. Ξεχάστηκαν κι οι απεγνωσμένες έφοδοι των Αλγερινών τυφεκιοφόρων κατά της Νοτρ Νταμ ντε λα Γκαρντ για ν' απωθήσουν τους Γερμανούς. Κρέας για τα κανόνια, που το διοικούσαν στην εντέλεια οι αξιωματικοί μας.

σελ. 61, Ζαν Κλωντ Ιζό, Το τσούρμο, μετάφραση: Αλέξης Εμμανουήλ, εκδόσεις Πόλις

Η ιστορία μοιάζει πειραιώτικη, αν αλλάξουμε δυο ονόματα. Οι τυφλοί βομβαρδισμοί της Μασσαλίας από Συμμάχους επαναλήφτηκαν και στον Πειραιά, στις 11 Γενάρη του 1944. Η μόνη αναφορά που έχω διαβάσει για αυτό το βομβαρδισμό είναι από βιβλίο του Τάκη Μπενά.

Στις έντεκα του Γενάρη του '44 ο Πειραιάς βομβαρδίστηκε άγρια, σκληρά, νύχτα και μέρα από τους αγγλοαμερικάνους. Οι μισοί το μεσημέρι και οι άλλοι μισοί το βράδυ, ρίχνανε μπόμπες με το τσουβάλι. Πάνω από δύο χιλιάδες άμαχοι νεκροί. Η πόλη άδειασε. Καραβάνια με καροτσάκια και κάρα ν' ανεβαίνουν την Πειραιώς.

σελ. 55, Τάκης Μπενάς, Της Κατοχής - μνήμες μικρές σαν χρέος. εκδόσεις Θεμέλιο.

Από αυτόν το βομβαρδισμό γκρεμίστηκε μέρος της πόλης και η μητρόπολη, η Αγία Τριάδα. Ψάχνοντας στο διαδίκτυο βρήκα μερικές φωτογραφίες από τον βομβαρδισμένο Πειραιά.


Δευτέρα, Ιουνίου 20, 2005

Συλλέκτης βιβλίων.

Ποτέ δε με τράβηξε η συλλογή σπανίων βιβλίων, την θεώρησα σαν αδιαφορία για το περιεχόμενό τους, λατρεία της ύλης τους και μόνο: το θεωρούσα ίδιο με το να χρησιμοποιείς τα ογκώδη βιβλία για να κρατάνε ανοιχτή την πόρτα.Η άποψή μου θα άλλαζε όταν θα συνειδητοποιούσα ότι το χαρτί, το μέγεθος, η οσμή, το σχέδιο στο εξώφυλλο, ακόμα κι η γραμματοσειρά ενός βιβλίου ήταν ικανά να με κάνουν να το λατρέψω χωρίς να με πολυνοιάζει το περιεχόμενο. Η αρχή έγινε με τα βιβλία που έβγαζε ο Οδυσσέας τη δεκαετία του '80. Μικρό σχήμα 11x18 εκατοστών, λευκό εξώφυλλο και οπισθόφυλλο με μία κόκκινη διπλή λωρίδα στη ράχη και στο εμπροσθόφυλλο το σήμα του εκδοτικού οίκου πάνω αριστερά σε κόκκινο παραλληλόγραμμο, τίτλος και μια φωτογραφία ή σχέδιο στο κέντρο. Το πρώτο που διάβασα ήταν οι Αόρατες Πόλεις του Καλβίνο, δανεισμένες από τη δημοτική βιβλιοθήκη - ένα αξεπέραστο βιβλίο για μένα - κι η συνέχεια ήταν εξίσου εντυπωσιακή, Ροτ, Ντος Πάσος, Ζιντ, Κούντερα, Σάσα, Ταμπούκι, Παβέζε είχαν εκδοθεί από τον Οδυσσέα, μερικοί (Ιταλοί) μάλιστα σε μετάφραση Μυρσίνης Ζορμπά (που είναι τώρα ευρωβουλευτής) έπεσαν στα χέρια μου και τους ξεκοκκάλισα όλους (με εξαίρεση κάτι νέες προσθήκες στη βιβλιοθήκη που έπεσαν θύματα του στραγγαλισμένου ελεύθερου χρόνου).
Όσοι βρίσκονταν πίσω από τον Οδυσσέα θα πρέπει να ήταν γενικά ιταλοσπουδαγμένοι αν σκεφτεί κανείς και τον όγκο των ιταλικών μεταφράσεων αλλά και ότι λογοτέχνες μικρών γλωσσών μεταφράστηκαν στα ελληνικά μέσω της ιταλικής, όπως το Ξεκαθάρισμα Λογαριασμών του Ούγγρου Τίμπορ Ντέρι. Ο Οδυσσέας υπήρξε για μένα φετίχ:
γοητευμένος από την εμφάνιση αυτών των βιβλίων άρχισα τα τελευταία τέσσερα χρόνια να τα αγοράζω όπου τα έβρισκα (κυρίως σε παλαιοπωλεία) και να τα στοιβάζω όλα μαζί σε ένα χωριστό ράφι της βιβλιοθήκης μου ψάχνοντας παράλληλα σε όσα παλαιοπωλεία σύχναζα να βρω ξανά από τις εκδόσεις Οδυσσεάς (γιατί βγήκε πρόσφατα και από τον Καστανιώτη) το αντίτυπο των Αόρατων Πόλεων του Καλβίνο, ο οποίος με είχε κάνει να αρχίσω να μαθαίνω ιταλικά και να διαβάζω ιταλική λογοτεχνία. Το φετίχ με ωφέλησε πολλαπλά: αποκτώντας ό,τι είχε κυκλοφορήσει ο Οδυσσέας γνώρισα συγγραφείς που με κέρδισαν και διεύρυναν τη ζωή μου, τον Πάβελ Κόχουτ, τον Ροζέ Βαγιάν, τον Τίμπορ Ντέρι και άλλους που τους ευγνωμονώ που ασχολήθηκαν με κάτι τόσο άχρηστο όπως η λογοτεχνία.
Τις Αόρατες Πόλεις ευτύχησα να τις βρω στη σειρά του Οδυσσέα την Τρίτη 7 Δεκεμβρίου 2004, ημερομηνία σημειωμένη στο χάρτινο προσωπικό μου ημερολόγιο - που κρατώ από το 1995 - και πλήρωσα μόνο 2 ευρώ για να τ' αποκτήσω. Το επόμενο βήμα ήταν να το αγοράσω και στα ιταλικά από τον
Mondadori (σε έκδοση τσέπης, στο ίδιο μέγεθος με αυτή του Οδυσσέα) και με την ευκαιρία θα αντιγράψω ένα απόσπασμα εδώ, κλείνοντας τούτην την καταχώριση:

...Αυτήν την φορά ο Κουμπλάι Χαν φαινόταν απρόθυμος να αφεθεί στην κούραση. "Πες μου για μια ακόμα πόλη", επέμενε. "Φεύγεις από εκεί και καλπάζεις τρεις μέρες ανάμεσα στον γρέγο και το λεβάντε..." ξανάρχισε ο Μάρκο, απαριθμώντας ονόματα και έθιμα και εμπορεύματα πολλών τόπων. Θα μπορούσες να πεις ότι είχε ένα ρεπερτόριο ανεξάντλητο, όμως τώρα ήρθε και η σειρά του να παραιτηθεί. Ήταν χάραμα όταν είπε: "Κύριε, τώρα πια σου έχω μιλήσει για όλες τις πόλεις που γνωρίζω".
"Μένει μία που δε μιλάς ποτέ γι' αυτήν".
Ο Μάρκο Πόλο έσκυψε το κεφάλι.
"Τη Βενετία", είπε ο Χαν.
Ο Μάρκο χαμογέλασε. "Και για τι άλλο νόμιζες πως σου μιλούσα τόσον καιρό;"
Ο Αυτοκράτορας δεν έδειξε την παραμικρή αντίδραση. "Κι όμως δε σε άκουσα ποτέ ν' αναφέρεις το όνομά της."
Κι ο Πόλο: "Κάθε φορά που περιγράφω μία πόλη λέω κάτι για τη Βενετία."
"Όταν σε ρωτάω για άλλες πόλεις, θέλω να σ' ακούω να μιλάς για 'κείνες. Και για τη Βενετία, όταν σε ρωτάω για τη Βενετία."
"Για να ξεχωρίζω τα γνωρίσματα των άλλων πόλεων πρέπει να ξεκινάω από μία πρώτη πόλη που να υπονοείται. Η πόλη για μένα είναι η Βενετία."
"Τότε θα 'πρεπε να αρχίζεις κάθε αφήγηση των ταξιδιών σου από την αναχώρηση, περιγράφοντας τη Βενετία ολόκληρη, έτσι όπως είναι, χωρίς να παραλείπεις τίποτα απ' ό,τι θυμάσαι γι' αυτήν."
Το νερό της λίμνης μόλις που ρυτίδωνε. Η χαλκόχρωμη αντανάκλαση του αρχαίου ανακτόρου των Σουνγκ θρυμματιζόταν σε σπινθηροβόλες ανταύγειες σαν φύλλα να επέπλεαν.
"Οι εικόνες της μνήμης, μόλις αιχμαλωτιστούν απ' τις λέξεις, σβήνουν", είπε ο Πόλο. "Ίσως φοβάμαι μήπως χάσω τη Βενετία διαμιάς, αν μιλήσω γι' αυτήν. Ή ίσως, μιλώντας για άλλες πόλεις, την έχω χάσει ήδη λίγο."

Τρίτη, Ιουνίου 14, 2005

Φωτιά στο λιμάνι.

Σήμερα το πρωί ήταν μέρα λαϊκής και βιβλίων. Πηγαίνοντας στην στάση του λεωφορείου έπρεπε να περάσω από τη λαϊκή της Γεωργίου Θεοτόκη στον Πειραιά. Στο ύψος του Αγίου Νείλου ο κόσμος είχε αναστατωθεί και φώναζε, ακούγονταν τζάμια να σπάνε κι όλοι κοιτούσαν προς την ίδια κατεύθυνση. Αρχικά σκέφτηκα ότι γινόταν καβγάς γιατί καθώς ερχόμουν από το στενό δεν μπορούσα να δω τους καπνούς. Όταν πλησίασα στη Θεοτόκη είδα το μεζεδοπωλείο κοντά στον Άγιο Νείλο να έχει αρπάξει φωτιά. Η συγκυρία της λαϊκής αγοράς το έκανε ακόμα πιο επικίνδυνο γιατί υπήρχε πολύς κόσμος τριγύρω. Η φωτογραφία που έβαλα στο blog είναι τραβηγμένη από κινητό Nokia 6600 στις 9 και 15 το πρωί, όταν έφτασε η πυροσβεστική. Αν θέλετε να δείτε και τις 10 φωτό που έχω ανεβάσει συνολικά μπορείτε να επισκεφτείτε τη σελίδα με τις φωτό κάνοντας κλικ εδώ.



Δευτέρα, Ιουνίου 13, 2005

Η σωματική επαφή με τα βιβλία.


Μέσα σε βιβλίο των εκδόσεων Κατσανιώτη είχε ένα μικρό δοκίμιο του Σωτήρη Τριβιζά -σε πολύ μικρό σχήμα- με τίτλο Η τέχνη της ανάγνωσης. Από εκεί παίρνω το ακόλουθο απόσπασμα:

Μερικοί αναγνώστες συνηθίζουν να βυθίζουν τη μύτη τους μέσα στις σελίδες ενός βιβλίου και ν' απολαμβάνουν το άρωμα της τυπωμένης μελάνης. Μολονότι αυτό γίνεται συνήθως στα κρυφά, πρέπει να σημειώσουμε ότι αποτελεί μία καθόλα νόμιμη πράξη. Το βιβλίο απευθύνεται σε όλες τις αισθήσεις μας, κι αυτό είναι κάτι που το ξέρει καλά ο αναγνώστης.
Πρέπει να διαφωνήσω: δεν μυρίζω κρυφά τα βιβλία. Το κάνω στα φανερά και δε νομίζω ότι είναι μόνο το άρωμα του μελανιού αλλά είναι και το άρωμα του χαρτιού που - αν και δεν είμαι καλός στις οσμές - μπορώ να πω ότι με βάση αυτό έχω ταξινομήσει τα βιβλία (ανάλογα με την οσμή τους) στη βιβλιοθήκη μου. Ο πρώτος αναγνώστης που διάβασα ότι μυρίζει τα βιβλία ήταν ο Έκο κι επειτα η σύζυγος ενός βιβλιοθηκάριου - χωρίς να έχει επηρεαστεί σε αυτό από το σύζυγό της, ο οποίος αδιαφορεί για αυτό το βίτσιο. Δεν υπάρχει καμία απόδειξη ότι όσοι ασκούν επαγγέλματα σχετικά με βιβλία (βιβλιοπώλες, βιβλιοθηκάριοι, βιβλιοδέτες κλπ) έχουν κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον να μυρίζουν τα βιβλία. Μπορεί κάποιος να διαβάζει λίγα βιβλία αλλά και πάλι να έχει τη συνήθεια να τα μυρίζει. Όσο για μένα, το να το μυρίσω είναι το πρώτο που κάνω όταν αποκτώ ένα βιβλίο, το κάνω μερικές φορές τις πρώτες μέρες και έπειτα το ξανακάνω όταν το διαβάζω, συνήθως όταν η ανάγνωση με έχει κουράσει και δεν έχω να κάνω κάτι άλλο. Για να το θέσω επιγραμματικά, το μύρισμα του βιβλίου είναι η συνέχιση της ανάγνωσης με άλλα μέσα. Η μυρωδιά του βιβλίου είναι χορταστική, βαθιά και επισκιάζει τις άλλες αισθήσεις. Μόνο στις αντιδράσεις γνωστών μου κατάλαβα ότι μοιάζει παράξενο το να μυρίζεις ένα βιβλίο κάτι που το κάνω από μικρός και που ποτέ δεν σκεφτηκα αν είναι αφύσικο.
Το παραδέχομαι ότι είπα ψέμματα όταν παραπάνω έγραψα ότι ταξινομώ τα βιβλία μου σύμφωνα με τη μυρωδιά τους. Στη βιβλιοθήκη μου ακολουθώ χαλαρά την αρχή της θεματικής συνάφειας και μέσα στις θεματικές ενότητες του κάθε ραφιού ακολουθώ την δεύτερη αρχή της οπτικής αρμονίας ως προς α) το μέγεθος και β) το χρώμα. Δανείζω βιβλία τακτικά μολονότι είναι ενάντια στις αρχές μου κι έχω βρει μερικά άτομα που το να τους δανείζω βιβλία αποδεικνύεται χρήσιμο γιατί αποκτώ έπειτα πρόσβαση και στη δική τους βιβλιοθήκη. Άλλη μία αρχή μου είναι να μην γράφω ούτε να σημειώνω ποτέ στα βιβλία μου, αρχή την οποία έχω επίσης παραβεί πολλές φορές αλλά καθησυχάζω τις ανήσυχίες μου χρησιμοποιώντας μηχανικό μολύβι 0.5 και υποσχόμενος στον εαυτό μου ότι κάποια στιγμή θα επιστρέψω για να τα σβήσω όλα (δεν το έχω κάνει ποτέ). Μολονότι θα ήθελα όλα τα βιβλία μου να έχουνε το όνομά μου ωστόσο μόνο σε λίγα το έχω γράψει. Ο προαναφερθείς βιβλιοθηκάριος το κάνει με όλα τα βιβλία του βάζοντας όνομα και χρονολογία και ένας καθηγητής μου από το πανεπιστήμιο προσθέτει το όνομά του με μικρά γράμματα στην τελευταία σελίδα.
Επειδή συχνάζω πολύ στα παλαιο(βιβλιο)πωλεία έχει τύχει να βρω και βιβλίο με σφραγίδα. Κάποιος σφράγιζε με αυτήν όλα τα βιβλία της ιδιωτικής του βιβλιοθήκης κι είναι η πιο προχωρημένη μορφή δήλωσης της ιδιοκτησίας που συνήθως τη βλέπουμε μόνο σε βιβλία δημοτικών, εθνικών και πανεπιστημιακών βιβλιοθηκών. Όταν ο ιδιοκτήτης αυτής της βιβλιοθήκης απεδήμησε εις κύριον οι τεθλιμμένοι συγγενείς πούλησαν τα βιβλία του στον παλαιοπώλη και ένα από αυτά κατέληξε στα χέρια μου για το ευτελές ποσό των 3.5 ευρώ: πρόκειται για μία Βίβλο του 1932 στα γαλλικά, κεντρική διάθεση 58 rue de Clichy, εκεί κοντά όπου έμενε ο Σελίν που το 1932 έχασε προς έκπληξη όλων μας το βραβείο Γκονκούρ για το Μακρύ ταξίδι μέσα στη νύχτα.
Η συμβουλή μου είναι να μην αφιερώνετε τα βιβλία σας. Αγοράστε μια κάρτα και βάλτε τη ανάμεσα στις σελίδες. Έχω βρει πολλά βιβλία με αφιερώσεις: συγγραφείς που τα στέλνουν σε κριτικούς, φίλοι σε φίλους, ερωτευμένοι μεταξύ τους, οι οποίοι μετά το χωρισμό πάνε να πουλήσουν τα βιβλία. Δεν έχω κανένα πρόβλημα με την λήθη, την καταστροφή και το θάνατο, όλα τελειώνουν κάποτε και γι'αυτό σας προτείνω να κάνετε έρωτα όσο περισσότερο μπορείτε με όσο λιγότερες αναστολές γίνεται αλλά προς θεού μην δώσετε την ευκαιρία στο πρόσωπο που αγαπάτε να πουλήσει τα βιβλία μαζί με τις αφιερώσεις σας. Όσοι σκέφτεστε να πουλήσετε βιβλία που κάποτε σας δώρισαν να ξέρετε πως ο παλαιοπώλης θα τ' αποτιμήσει φθηνότερα κι από τα εισιτήρια που χαλάσατε για να πάτε στο Μοναστηράκι. Γιατί να μην κρατήσετε τα δώρα; Όσοι θέλετε να κάνετε δώρο βιβλία πάρτε τα μέτρα σας: μην αφήνετε διακριτικά σημάδια πάνω τους, αφιερώσεις και προσωπικά μηνύματα γιατί κάποτε θα καταλήξουν σε ξένα χέρια, όπως κατέληξαν και τα κορμιά που αγαπήσατε και μεταχειριστήκατε.

Σάββατο, Ιουνίου 11, 2005

Σαμοβάρι

Στις εξετάσεις για το Zertifikat στα γερμανικά είχε πέσει κάποτε σε γνωστό μου ως θέμα η σύνταξη μίας επιστολής πελάτη προς το κατάστημα απ' όπου είχε αγοράσει ένα Wecker με την οποία έπρεπε να διαμαρτυρηθεί ότι το Wecker ήταν ελαττωματικό και έπρεπε να του το αντικαταστήσουν. Η έκθεση - για το επίπεδο αυτό - ήταν άψογη με μία και μόνη εξαίρεση: δεν ήξερε τι σημαίνει Wecker, δεν μπόρεσε να το συμπεράνει από τα συμφραζόμενα της εκφώνησης και έτσι έκανε κάποια λάθη πραγματολογικά, όπως το ότι ζητούσε από το κατάστημα να στείλει φορτηγό για να πάρει το Wecker: είναι υπερβολική αξίωση για ένα μόνο ξυπνητήρι (Wecker).
Η παραπάνω κατάσταση περιγράφει τη δική μου σχέση με αντικείμενα άλλων εποχών και κόσμων που γνώριζα μέσα από λογοτεχνικές σελίδες: μου έχει μείνει η εντύπωση ότι στη ρώσικη λογοτεχνία οι ήρωες κάνουνε περιπάτους ή ιππασία μέσα σε δάση από σημύδες χωρίς να ξέρω τι είναι και με τι μοιάζει η σημύδα.
Το πιο μυστηριώδες πράγμα (ίσως όχι το πιο μυστηριώδες αλλά μου αρέσει να ξεκινώ προτάσεις με τον υπερθετικό βαθμό όταν θέλω να τραβήξω την προσοχή) που έχω συναντήσει και που ποτέ μέχρι τώρα δεν είχα αναζητήσει να μάθω ήταν το σαμοβάρι. Μόνο διαβάζοντας Τολστόι μου είχε μείνει η εικόνα της Ρώσικης αριστοκρατίας να το χρησιμοποιεί σε κοινωνικές περιστάσεις και το ξανασυνάντησα στο Υποχρεωτική Ευδαιμονία του Νόρμαν Μανέα και στο Φυγή χωρίς τέλος του Γιόζεφ Ροτ (νιώθω τυχερός που διάβασα Ροτ). Θα παραθέσω το σχετικό απόσπασμα από το βιβλίο του Ροτ όπου φαίνεται πως δεν είμαι ο μοναδικός άσχετος με τα σαμοβάρια:

Ο διευθυντής της ορχήστρας είχε αγοράσει πριν από πολλά χρόνια από κάποιους ρώσους πρόσφυγες ένα ασημένιο σαμοβάρι σαν κάτι αξιοπερίεργο. Για να τιμήσει τον αδελφό του, που θα μπορούσε πια να θεωρηθεί ένα είδος Ρώσου, το αντικείμενο μεταφέρθηκε μπροστά τους πάνω σε ένα τραπεζάκι με ρόδες που το έσπρωχνε ο υπηρέτης με τη λιβρέα. Ο υπηρέτης φορούσε άσπρα γάντια κι έπαιρνε με τις ασημένιες τσιμπίδες της ζάχαρης τα καρβουνάκια που θα άναβαν το σαμοβάρι. Αναδύθηκε μία βρώμα σαν απο μικρή ατμομηχανή. Ο Τούντα τότε χρειάστηκε να εξηγήσει πώς χρησιμοποιείται το σαμοβάρι. Στη Ρωσία δεν είχε ποτέ χρησιμοποιήσει, όμως δεν το ομολόγησε, εμπιστεύτηκε τη διαίσθησή του.
σελ. 88, Γιόζεφ Ροτ, Φυγή Χωρίς Τέλος, μετ.: Σωτήρης Χαλικιάς, εκδ. Οδυσσέας, 1984.
Μέχρι σήμερα δεν είχα ενδιαφερθεί να μάθω τι είναι το σαμοβάρι, οι σημύδες, η λιβρέα κι όλα τα άγνωστα που αποτελούν το σκηνικό των βιβλίων που διαβάζω, προτιμώ με πυξίδα το ίδιο το κείμενο να κάνω με το νου μου υποθέσεις κι αυτό με βγάζει σε μία φαντασία φτιαγμένη από οικείες παραστάσεις (παρμένες από 'δω κι από 'κει) αλλά τόσο αληθινή για μένα ώστε να υστερεί μόνο σε ευρύτητα σε σχέση με την πιο πλατιά αντίληψη της πραγματικότητας. Ανεξαρτήτως των παραμέτρων που χρησιμοποιούμε αυτό που συνήθως μετρά είναι η αίσθηση ότι κατέχουμε τα πράγματα κι αν αυτό είναι κάπως χαλαρό για τη λογοτεχνία, ωστόσο ακόμα και για την ιστορία όπου είναι πιο αυστηρό και εκεί οι παρανοήσεις του παρελθόντος κρίνονται όχι με κριτήρια επιστημονικής εγκυρότητας αλλά με τη ζυγαριά της αποτελεσματικότητας των παρανοήσεων στο να συμβάλλουν στο χτίσιμο του προσωπικού και συλλογικού μύθου. Ζώντας μέσα σε έναν κόσμο παρεξηγήσεων κι όντας τυπικός εκπρόσωπος της μετριότητας και της τεμπελιάς καταλαβαίνετε γιατί μου πήρε 15 χρόνια από την ανάγνωση του Τολστόι για να ψάξω για το σαμοβάρι στην εγκυκλοπαίδεια κι ας κατέληξα και πάλι στο συμπέρασμα ότι η γνώση αυτή δε μου χρειαζόταν εντέλει:

σαμοβάρι, το (ρωσ. samovar). Είδος μεταλλικού βραστήρα που χρησιμοποιείται στην Ρωσία και στις χώρες της Μέσης Ανατολής, για να θερμαίνει το νερό του τσαγιού. Το παραδοσιακό σαμοβάρι, συνήθως χάλκινο, έχει το σχήμα υδρίας. Διασχίζεται από πάνω ως κάτω από έναν αγωγό, που καταλήγει στη βάση του σκεύους σε σχάρα, όπου τοποθετούνται αναμμένα κάρβουνα. Το νερό που χύνεται από το πάνω μέρος του σκεύους περιβάλλει τον αγωγό, ο οποίος μπορεί να επιμηκυνθεί με ένα κινητό τμήμα και λειτουργεί σαν καμινάδα. Κοντά στη βάση του σκεύους βρίσκεται μία βρύση για να παίρνει κανείς το βραστό νερό. Το σαμοβάρι, που είναι σήμερα ηλεκτρικό, υπάρχει σχεδόν σε κάθε ρώσικο σπίτι.
Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος, τόμος 53.

Πέμπτη, Ιουνίου 09, 2005

Ο Φερεκύδης ήταν λέρα (άλλη μια ιστορία για τον ΑΣΕΠ).

Το καλοκαίρι του 1998 στη Σύρο θα το θυμόμαστε για πολλούς λόγους, ανάμεσα στους οποίους ένας ήταν κι ο Φερεκύδης. Έχοντας συνηθίσει να κοιμόμαστε πέντε το πρωί και να ξυπνάμε μία το μεσημέρι ήταν αναπόφευκτο να ξεκινήσουμε για τη σπηλιά του Φερεκύδη το καταμεσήμερο, Αύγουστο μήνα, σε ένα από τα τυπικά νησιά του Αιγαίου όπου το ψηλότερο δέντρο είναι ο μαϊντανός και δεν υπάρχει καμία ελπίδα να βρεις ίσκιο να δροσιστείς. Καβαλήσαμε 13 νοματαίοι (οι περισσότεροι φιλόλογοι) τα νοικιασμένα φιατάκια και αρχίσαμε να ανεβαίνουμε σε ένα μέρος που μου έχει αφήσει την εντύπωση ότι ήταν το ψηλότερο του νησιού. Εκεί φτάσαμε με το χάρτη και μετά από συνεννοήσεις με ντόπιους που κανείς τους δεν ήξερε το Φερεκύδη. Το νερό μας είχε τελειώσει, το τελευταίο υγρό που είχαμε καταναλώσει ήταν τα ποτά της προηγούμενης νύχτας στο μπαρ γειτονικού ξενοδοχείου (στο σπίτι δεν είχαμε καθόλου νερό) κι ήμασταν 3 το μεσημέρι με τον ήλιο να μας βαράει κατακέφαλα στο τέλος ενός χωματόδρομου που δεν πήγαινε πουθενά και απ' όπου δεν περνούσε κανένας. (Λάθος, ήτανε και κάτι σα σπίτι με μία κατσίκα και έναν άνθρωπο ο οποίος μας είπε ότι δεν υπάρχει καμία σπηλιά.) Το μόνο ίχνος του αρχαίου μαλάκα που βρήκαμε ήταν μία πεσμένη πινακίδα που έδειχνε μια κατεύθυνση και έλεγε "Προς σπηλιά Φερεκύδη". Μην ξέροντας προς τα πού έδειχνε φωτογραφίσαμε την πινακίδα για αναμνηστικό και πήραμε ποδαράτοι ένα κωλόδρομο με γκρεμό ακριβώς δίπλα ελπίζοντας πως θα μας έβγαζε στο σωστό μέρος. Μετά από κανα πεντάλεπτο περπατώντας πάνω στον κωλόδρομο κι αφού είχα ρίξει (από μέσα μου) ένα κάρο μπινελίκια έφυγα πρώτος και πήγα να περιμένω στα αυτοκίνητα. Δεν βρήκα την σπηλιά του Φερεκύδη αλλά ούτε οι άλλοι οι οποίοι αποθαρρύνθηκαν και γυρίσαν μετά από λίγο. Το κέρδος της εξόρμησης ήταν πως βρήκαμε πού θα στέλνουμε τους ανυποψίαστους εχθρούς μας για να τους εκδικηθούμε.
Απρίλιος 2005: Στο διαγωνισμό του ΑΣΕΠ, στην εξέταση των Αρχαίων πέφτει multiple choice ερώτηση για το ποιος ήταν ο αρχαιότερος πεζογράφος. Είχε δύο άσχετες επιλογές, τον Εκαταίο τον Μιλήσιο και τον Φερεκύδη από τη Σύρο (υπάρχει και Φερεκύδης από την Αθήνα). Εμείς έχοντας μάθει από το Λύκειο κιόλας να ξεκινάμε με τους Ίωνες λογογράφους επιλέξαμε τον Εκαταίο τον Μιλήσιο. Σε συζήτηση έπειτα για τις σωστές απαντήσεις και μετά από πολύ ξεφύλλισμα διαβάσαμε:
...η Θεολογία του Φερεκύδη από τη Σύρο... περνούσε για το αρχαιότερο πεζό έργο και... πρέπει να τοποθετηθή στα μέσα του 6. αι.
Ύστερα από αυτό πιστεύω ότι με έχει στοιχειώσει το πνεύμα του Φερεκύδη. Ζητείται επειγόντως εξορκιστής ειδικευμένος στα αρχαία ξόρκια.

Τετάρτη, Μαΐου 11, 2005

ΑΣΕΠ: Μικρή καφκική ιστορία

Τις προάλλες είχα βγει για καφέ με συνάδελφο και κολλητό φίλο. Μαζί του είχε φέρει και έναν φίλο του - φιλόλογος κι αυτός - με τον οποίο γνωρίζονταν από το προπτυχιακό. Την ιστορία του την γνώριζα από πριν αλλά στον καφέ είχα την ευκαιρία να την ακούσω από τον ίδιο. Είχε προσπαθήσει αποτυχημένα στους δύο προηγούμενους διαγωνισμούς του 2000 και του 2002 να μπει στον κατάλογο των διοριστέων και αποφάσισε να σταματήσει τη δουλειά του για ενάμιση χρόνο και να ετοιμαστεί για τον επόμενο διαγωνισμό που έγινε με καθυστέρηση το 2005.
Η προετοιμασία του πρέπει να ήταν πολύ καλή γιατί μετά την πρώτη μέρα των διαγωνισμών (γνωστικό αντικείμενο - 3 μαθήματα) είχε πάει πολύ καλά, όπως υποστήριζε ο ίδιος.
Την επόμενη μέρα θα πήγαινε στο εξεταστικό κέντρο για το μάθημα των Παιδαγωγικών. Ξεκίνησε κάπως πιο καθυστερημένα σε σχέση με την προηγούμενη μέρα και έφτασε στο εξεταστικό κέντρο 20 λεπτά πριν την ώρα έναρξης του διαγωνισμού. Σε αυτά τα είκοσι λεπτά πρέπει να προσθέσουμε και την πάγια καθυστέρηση να δοθούν τα θέματα στους εξεταζόμενους, η οποία ανέρχεται σε μισή, μία, ακόμα και μιάμιση ώρα. Αν λάβουμε σοβαρά υπόψη τον κανονισμό του ΑΣΕΠ οι υποψήφιοι πρέπει να προσέρχονται στο κέντρο εξετάσεων μία ώρα πριν την έναρξη και να βρίσκονται στις αίθουσες μισή ώρα πριν - τουλάχιστον έτσι μου εξήγησαν εκ των υστέρων γιατί εγώ δεν είχα ασχοληθεί με αυτήν τη λεπτομέρεια. Ο μόνος που ασχολήθηκε σοβαρά με αυτόν τον κανονισμό ήταν ο υπεύθυνος εκείνου του εξεταστικού κέντρου ο οποίος ακριβώς μισή ώρα πριν κλείδωσε την είσοδο του σχολείου όπου γίνονταν οι διαγωνισμοί. Ο γνωστός μου που έφτασε στα είκοσι λεπτά, καθώς και μερικοί άλλοι που πήγαν 25, 15, 10 λεπτά πριν δεν κατάφεραν να εισέλθουν. Χτύπησαν πόρτες, διαμαρτυρήθηκαν αλλά οι υπεύθυνοι κρύφτηκαν πίσω από τον κανονισμό που εφάρμοσαν ακέραια: οι διαγωνιζόμενοι πρέπει να εμφανίζονται στο εξεταστικό κέντρο 30 λεπτά πρίν την καθορισμένη ώρα.
Από κει και πέρα η υπόθεση πήρε το δρόμο της και έφτασε στις εφημερίδες, σε βουλευτές, υπήρξαν και σκέψεις να ζητηθεί ειδική εξέταση για όσους αποκλείστηκαν αλλά είπαν ότι δεν το προέβλεπε η νομολογία. Το αποτέλεσμα ήταν ότι το συγκεκριμένο άτομο ψάχνει να βρει δουλειά για να καλύψει τις άμεσες βιοτικές ανάγκες και αποβλέπει σε τέταρτο διαγωνισμό μετά από άλλα 2 χρόνια.
Ο συνομιλητής μου είχε κάθε δίκιο να παραπονιέται για το παράλογο του κανονισμού. Πώς είναι δυνατόν να έχει πλεονέκτημα έναντι των άλλων αυτός που προσέρχεται μετά το χρονικό όριο της μισής ώρας; Αν σκεφτούμε ότι τα θέματα έρχονταν μισή με μία ώρα μετά την καθορισμένη, οι απαιτήσεις του ΑΣΕΠ μοιάζουν τόσο παράλογες ώστε εγώ, βάζοντας την προσωπική μου κρίση πάνω από τους κανονισμούς, δεν θα εμπόδιζα κανέναν επειδή ήρθε 20 λεπτά πριν και όχι 30! Το χειρότερο της υπόθεσης είναι ότι οι κανονισμοί δεν εφαρμόστηκαν με την ίδια αυστηρότητα σε όλα τα εξεταστικά κέντρα: π.χ. σε αυτό όπου εξεταζόμουν εγώ, την δεύτερη μέρα των εξετάσεων, ο εξεταζόμενος που καθόταν ακριβώς μπροστά μου προσήλθε ακριβώς την ώρα που μοιράζονταν τα τετράδια και του επέτρεψαν να πάρει μέρος!
Καταφεύγω στην επίκληση των συναισθημάτων όλων: πώς μπορεί κάποιος επιτηρητής - δημόσιος υπάλληλος, καθηγητής και γι' αυτό το λόγο υποχρεωμένος να δείξει αλληλεγγύη προς τους μελλοντικούς συναδέλφους - να αποκλείει κάποιους ακολουθώντας έναν παράλογο κανονισμό ο οποίος έχει καταστεί ανενεργός στα άλλα εξεταστικά κέντρα; Ποιος θα μπορούσε να τον κατηγορήσει για την αθέτηση αυτού του κανονισμού;
Από άλλα παραδείγματα όπου η καταπάτηση των νόμων αποβαίνει σε βάρος του συνόλου είχα οδηγηθεί στην άποψη ότι πρέπει να υποτασσόμαστε στους νόμους. Μερικές περιπτώσεις - όπως αυτή που ανέφερα - με κάνουν να εγκρίνω την προσωπική ερμηνεία των νόμων και τη μη εφαρμογή τους - όταν πρόκειται για νόμους που προκαλούν βλάβη και δεν ωφελούν καθόλου.

Πέμπτη, Απριλίου 28, 2005

Απίστευτα θλιβεροί

Εκεί που πηγαίνω ταχτικά είναι ένας υπάλληλος με νοημοσύνη "χαμηλή". Πρόκειται για ένα αγαθό παιδάκι που δείχνει να μην έχει αίσθηση ντροπής (βγήκε από την τουαλέτα και κούμπωνε το παντελόνι του μπροστά σ' όλους), έχει έντονο ενδιαφέρον για μεμονωμένα θέματα που δείχνει να τα κατέχει τέλεια, κυρίως όλα τα εγκλήματα που έχουν γίνει στην Ελλάδα κι όποτε μιλάω μαζί του με βομβαρδίζει με ερωτήσεις που μπορεί να είναι οι ίδιες 3-4 επαναλαμβανόμενες ερωτήσεις, ξύνει τη μύτη του μπροστά σε όλους και έχει πρόβλημα να αντιληφθεί τις σχέσεις μεγεθών και ποσοτήτων. Αν δηλαδή του πεις ότι η Λαμία είναι μακριά από την Αθήνα αλλά ότι ο Βόλος είναι πιο μακριά δεν θα μπορεί να καταλάβει αμέσως ότι ο Βόλος είναι μετά τη Λαμία.
Το πρόβλημα είναι ότι έχω δει μερικούς άλλους να τον αντιμετωπίζουν σαν ενόχληση, σαν κάτι δυσάρεστο που τους έχει φορτωθεί. Από την πρώτη στιγμή κατάλαβα από δυσαρεστημένα μέχρι εκνευρισμένα βλέμματα και κάποιες γκριμάτσες πίσω από την πλάτη του που μαρτυρούσαν δυσανεξία. Την δυσαρέσκεια που προκαλεί (στους έξυπνους και φυσιολογικούς ανθρώπους) δεν την αντιλαμβάνεται αλλά καταλαβαίνει πότε κάποιος τον κοροϊδεύει και αμύνεται: σηκώνεται και φεύγει.
Αυτό το παιδί είναι τυχερό μέσα στη γενική ατυχία του. Μαντεύω ότι οι γονείς του το φροντίζουν και το αγαπούν.
Αντίθετα, πολύ παρατημένος πρέπει να είναι ο Γιαννάκης. Δεν αναφέρω τίποτε άλλο εκτός από το όνομά του επειδή είναι πολύ γνωστός στις αστικές συγκοινωνίες του Πειραιά τα τελευταία τριάντα χρόνια. Έχει μυαλό μικρού παιδιού και σε πλησιάζει για να σου ζητήσει λίγα λεπτά. Αν του πεις "όχι" θα σε ρωτήσει αν θα του δώσεις αύριο ή μεθαύριο λεφτά. Αν του πεις "ναι", συμβιβάζεται και φεύγει. Συνήθως του αρέσει να πετάει καπάκια από αναψυκτικά έξω από το παράθυρο του λεωφορείου ή μικρά νομίσματα των 5 λεπτών και κάπου κάπου προσγειώνονται πάνω σε κάποιον τυχερό. Οι Πειραιώτες έχουνε μυριστεί ότι δεν του αρέσει να πλένεται και βρίσκονται πάντα μερικοί που τον στριμώχνουν και του λένε ότι πρέπει να πάει να πλυθεί για να γελάσουν με την αντίδρασή του καθώς στυλώνει τα πόδια του, καθηλώνεται σε ένα σημείο και βάζει τις φωνές σα μικρό παιδί.
Όλοι αυτοί οι βασανιστές - και του παιδιού που ανέφερα αλλά και του πασίγνωστου Γιάννη - νομίζουν ότι η νοημοσύνη τους είναι ανώτερη και ότι αυτή η ανωτερότητα τους επιτρέπει να τη χρησιμοποιούν κατ' αυτόν τον τρόπο.

Παρασκευή, Απριλίου 22, 2005

Βασανιστήρια

Επειδή αυτές τις μέρες συμπληρώθηκαν 28 (όχι 28, 38 - μα τι έπαθα, ξέχασα να μετράω ή νιώθω ακόμα τόσο μικρός;;;) χρόνια από την επιβολή της Χούντας στην Ελλάδα και επειδή αυτόν τον καιρό με απασχόλησε το ζήτημα του μαρτυρίου ως τεκμηρίου αγιότητας, ως δοκιμασίας που αναδεικνύει τον αγνό πιστό (οποιασδήποτε ιδέας), γιαυτό αποφάσισα να παραθέσω ένα κείμενο ξανά επίκαιρο. Τολμώ να υποθέσω πως αν οι Ρωμαίοι απλώς βασάνιζαν το Χριστό για καμιά βδομάδα ή μήνα (ρετσινόλαδο και πάγος, ξύλο, φάλαγγα, υποχρεωτική αϋπνία, σβήσιμο τσιγάρων πάνω του, ξερίζωμα νυχιών κλπ) -αντί να τον σκοτώσουν- και εάν ο Χριστός δεν έκανε κανένα από τα μαγικά του τότε μάλλον θα κάρφωνε όλους τους μαθητές του για να γλιτώσει από τον πόνο.


Ένα από τα πρώτα θύματα που είδα ήταν ένας νέος μόλις δεκαοχτώ ετών. Τον είχαν βασανίσει στο δωμάτιο της ταράτσας της ασφάλειας, στην οδό Μπουμπουλίνας. [...] Άντεξε στα βασανιστήρια κάπου είκοσι ώρες. Ύστερα μίλησε. Κατέδωσε τον καλύτερο φίλο του. Τον κατέβασαν στο υπόγειο, ένα μέρος που το έλεγαν "πηγάδι" κι εκεί τον άφησαν σ' ένα κελί χωρίς κρεβάτι και σκεπάσματα, ώσπου να εξαφανιστούν το πρήξιμο των ποδιών και οι άλλες πληγές. [...] Λίγο καιρό αργότερα όλα αυτά τα παιδιά αφέθηκαν ελεύθερα με αμνηστία. Τότε τον συνάντησα και μου διηγήθηκε την ιστορία του.
-Επρόδωσα τον καλύτερό μου φίλο, είπε. Μίσος και πόνος σκοτείνιασαν τα μάτια του. Σώπασε λίγο σαν να θελε να συγκρατήσει τα λόγια που ακολούθησαν:
-Εμείς, που μας ανάγκασαν να προδώσουμε, ποτέ δεν θα συγχωρήσουμε, ποτέ δεν θα ξεχάσουμε.
[...] Το Νοέμβριο του 1970, ο Αλέξανδρος Παναγούλης κατόρθωσε να βγάλει λαθραία από τη φυλακή το ακόλουθο γράμμα:
[...] Βρίσκομαι δυο χρόνια τώρα σε αυστηρή απομόνωση. Έχω υποβληθεί σε τρομερά βασανιστήρια: περιληπτικά αναφέρω. - Μαστιγώσεις με καλώδια και συρματόσχοινα σε όλο μου το κορμί. - Χτυπήματα με σίδερα στο στήθος και στα πλευρά με αποτέλεσμα κατάγματα σε δύο ή τρία πλευρά. - Εγκαύματα με τσιγάρο στα χέρια και στα γεννητικά όργανα. - Πέρασμα στην ουρήθρα μου μιας λεπτής βελόνας από ευαγωγό μέταλλο και θέρμανσή του εκτός της ουρήθρας μέρους με αναπτήρα. - Απόφραξη των αναπνευστικών οδών με τα χέρια τους μέχρι ασφυξίας. - Λακτίσματα. - Γρονθοκοπήματα. - Τράβηγμα των μαλλιών. - Χτυπήματα του κεφαλιού στους τοίχους και στο πάτωμα.


Αμαλία Φλέμινγκ, Προσωπική κατάθεση.

Κυριακή, Απριλίου 17, 2005

Κουβέντα για τον πόνο

Μία συζήτηση που ξεκίνησε ο Δημήτρης και που ήδη περπατά από τον Χοιροβοσκό μέχρι εδώ μου έδωσε την ιδέα να ανθολογήσω 2-3 κείμενα από τη λογοτεχνία σχετικά με τον πόνο. Εκφράζουν κάτι που πρωτύτερα δεν μπορούσα μόνος μου να το σκεφτώ και που όταν το διάβασα ένιωσα ευγνωμοσύνη για αυτούς που το σκέφτηκαν για μένα.

«...η λατρεία του πόνου, οι κραυγές των βασανισμένων τις οποίες κάνουμε ύπατη προσευχή και ύπατη προσφορά, οι ποταμοί του αίματος που είναι για μας πηγές ζωής, ιδανική βάπτιση, όλα αυτά οδηγούν στο απόλυτο της Κόλασης. Κόλαση σημαίνει: μην αποφεύγεις τον περαστικό πόνο, εδώ και τώρα, για να αποφύγεις το απόλυτο μαρτύριο και την απόλυτη απελπισία στο απόλυτο της αιωνιότητας. Υπόφερε για να μην υποφέρεις. Αυτή η φοβερή σκέψη, αυτή η παρανοϊκή επινόηση, ενέπνευσε τους μεγαλύτερους ιεροκήρυκες, τους μεγαλύτερους ποιητές και τρομοκράτησε λεγεώνες παιδιών [...] αρνούμαι αυτή τη θρησκεία που σμίγει το αίμα με την αγάπη. Αρνούμαι την εξουθένωση και γι’αυτό είμαι υποχρεωμένος να αρνηθώ την έξαρση. [...] Ήταν φυσικό να καταλήξω στην κοινοτοπία του αγνωστικισμού: ο άνθρωπος έφτιαξε το θεό κατ’εικόνα και καθ’ ομοίωσή του και επειδή κάθε άνθρωπος κουβαλά μέσα του μια κάποια σκληρότητα και διαστροφή, η σκληρότητα και η διαστροφή αυτού του θεού είναι απόλυτη. Θέλω να κάνω εσάς που σέβεστε την πειθαρχία και την ταπεινοφροσύνη στις οποίες εδράζετε την ελπίδα σας να αισθανθείτε πόσο άχρηστος είναι ο πόνος και πόσο ανώφελη είναι η ταπείνωση, οι πηγές της απελπισίας μου.»

Τα παραπάνω είναι από το βιβλίο Η Βέργα Του Παπαγάλου του Μισέλ Ριό. Όταν το πρωτοδιάβασα, μία πενταετία πριν, αναδεύτηκαν μνήμες των υπερ πίστεως μαρτυρησάντων χριστιανών που στην παιδική μου ηλικία είχαν προβληθεί ως πρότυπα του κόσμου και της θρησκείας μας και θυμήθηκα πολύ καθαρά τον τρόμο που μου προκαλούσε η κληρονομιά αυτή.

«Ο δήμιος γελάει [...] Σκέφτεται ότι μπορεί να κάνει τα πάντα. Τους βλέπει να διαλύονται, να εξευτελίζονται, να τρελαίνονται, να βρωμίζονται, να απαρνούνται τον εαυτό τους κάτω από την επίδραση του πόνου. Σκέφτεται: να η συνείδηση του κόσμου, η λογική του, η αξιοπρέπειά του. [...] να όλα τα μεγάλα λόγια που θέλουν να αλλάξουν την τάξη των πραγμάτων, όλες αυτές οι άχρηστες σκέψεις, όλες οι γελοίες λαχτάρες, όλες οι γνώσεις που δε χρησιμεύουν σε τίποτα, τις έχω εδώ μπροστά μου: είναι ένα κομμάτι κρέας που σφαδάζει. [...] Ουρλιάζει και σφαδάζει όταν εγώ το θέλω. [...] Τα λόγια και τα βιβλία λένε ψέματα. Δεν κουράζονται να λένε ψέμματα. Η αλήθεια είναι πως υπάρχει μόνο ο δήμιος και το θύμα. Οι λέξεις δεν είναι παρά ένα όνειρο [...] θα ήθελα να ψεύδονται οι πράξεις, επειδή προδίνουν και ξέρω πολύ καλά ότι ψεύδονται οι λέξεις επειδή επαίρονται. Αναπόφευκτα. Συσσωρεύονται και λένε οτιδήποτε με το πρόσχημα της εξωτερικής λογικής. Αυτή η λογική είναι ελάττωμα. Ένα ελάττωμα διατύπωσης που γίνεται ελάττωμα ουσίας [...] Η πρώτη λέξη γέννησε την πρώτη ουτοπία.»


Το προηγούμενο κείμενο – επίσης από το Μισέλ Ριό – τον συνδέει με αυτό που λέει πιο καθαρά ο Στρατής Μυριβήλης στο Η Ζωή Εν Τάφω:

«Πολεμώ να γυρέψω βοήθεια από τους λογής φιλοσόφους που με εμπιστοσύνη μια φορά διάβαζα τις θεωρίες τους. Πολεμώ να βάλω τον πόνο του σώματος έξω από την ψυχή μου και να τον κοιτάξω από μακριά. Πολεμώ να χωρίσω την σκέψη απ’το κορμί, το μυαλό μου απ’ τα νεύρα, την ψυχή απ’ το σωματικό πόνο. Και βλέπω πως όλα αυτά είναι χοντρές ηλιθιότητες ανωφέλευτες, που τις γράφουν οι μεγάλοι μωροί σαν είναι γεροί στο κορμί. Είναι για να τους σπάσεις τα δόντια όλους αυτούς τους γαϊδάρους που γυρίζουν φορτωμένοι υποκρισία και ψεύτικα γιατροσόφια. Ο πόνος του κορμιού! Δεν υπάρχει τίποτ’ άλλο που να κάνει πιο δυστυχισμένη την ψυχή και το πνέμα. Ολ’ αυτά είναι κορμί. Και σαν πονά το κορμί όλα πάνε κατά διαβόλου. Ο κόσμος είναι ωραίος και ο άνθρωπος είναι καλόκαρδος, μεγαλόψυχος κι ευτυχισμένος, κι όλα τα καλά πράγματα έχουν αξία, μονάχα σαν είναι γερό το κορμί.»

Δευτέρα, Απριλίου 11, 2005

Ευλαίος ποταμός

Αυτό το Σαββατοκύριακο το πέρασα στο χωριό. Στον κήπο είχε φυτρώσει αφιόνι (δεν ξέρω αν έτσι λέγεται το φυτό, πάντως δεν είναι η κοινή παπαρούνα) που ξεριζώσαμε και καταστρέψαμε αμέσως. Σε κάποια άλλη εποχή, μέχρι λίγο πριν τον Β΄ παγκόσμιο αυτό το φυτό ήταν η καλύτερη εναλλακτική του παιδικού σταθμού. Θα το μάζευαν οι γυναίκες, θα το έβραζαν με γάλα και θα το δίνανε στα μωρά για να μην κλαίνε και τις ενοχλούν στα χωράφια και στο σπίτι. Στα αρβανιτοχώρια το λέγανε γκιούμισι ή γκιούμουσι (όπως και να το μεταγράψω σε ελληνικό αλφάβητο είναι λάθος), μια λέξη που προέρχεται από το gjumë (= ύπνος στα αλβανικά).

To απόγευμα της Κυριακής ανεβήκαμε στο ξωκλήσι με τις πηγές όπου o Λέων έκανε θραύση σε μία ομάδα ορειβατών που είχαν αράξει εκεί δίπλα με δυο μεγάλα πούλμαν. Είχαν κάνει με τα πόδια μία διαδρομή στα βουνά που κλείνουν το χωριό, είχαν απλώσει τις αρίδες τους κάτω απ’ τα πλατάνια και δεν μπορούσα να κάτσω να πιω τον καφέ μου με ησυχία. Πήραμε μόνο λίγο νερό για να το έχουμε μαζί μας στην Αθήνα και φύγαμε.

Έχει γίνει έθιμο να κουβαλάμε νερό από το χωριό μαζί μας και με αυτό να πίνουμε τον καφέ τα απογεύματα, κάτι που τυχαία ανακάλυψα πως συνήθιζαν κι οι Πέρσες βασιλιάδες:

Ευλαίος ποταμός

ποταμός του Ελάμ περίφημος για το νερό του. Οι Πέρσες βασιλείς έπιναν μόνο από το νερό του και μετέφεραν ποσότητες από αυτό όπου ταξίδευαν.

τόμος 25, εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα.

Μαντεύω πως το περσικό έθιμο ξεκίνησε από την αίσθηση ότι η παιδική ηλικία είναι μία μορφή πατρίδας κι ο χρόνος παίρνει τη μορφή του χώρου με τον οποίο συνδέονται όσα νοσταλγούμε. Κάποιος Πέρσης βασιλιάς από νοσταλγία κουβάλαγε μαζί του νερό απ' το ποτάμι σε κάθε εκστρατεία και πήραν τη συνήθεια κι οι υπόλοιποι. Εναλλακτικά μπορεί να είναι αλήθεια ότι μία περσική στρατιά τάχτηκε με το ελληνικό πλευρό μετά την μάχη των Θερμοπυλών και η σημερινή μου συνήθεια είναι απόδειξη της βιολογικής συνέχειας του περσικού έθνους εν Ελλάδι.


Τρίτη, Απριλίου 05, 2005

Έλεος

Δεν μπορώ άλλο. Τα έφτυσα. Έχω λυώσει. Δεν θέλω να ξαναδιαβάσω το γαμημένο το άρθρο, είμαι βλάκας, ανίκανος, τεμπέλης, σταρχιδιστής, φραπεδοφόρος ωχαδερφιστής. Είναι η δεύτερη φορά που πιάνω το καταραμένο το άρθρο που γράφω για μια γλωσσολογική εγκυκλοπαίδεια και ξέρω ότι θα το πάρω πάλι πίσω κι ότι ο γερμαναράς ο καθηγητής θα μου ζητήσει να το ξαναδιορθώσω. Στην αρχή μου είπε να το δώσω το άρθρο να το κοιτάξει ένας μητρικός ομιλητής της αγγλικής. Η αλήθεια είναι ότι το έδωσα μόνο σε μία φιλόλογο της αγγλικής που είχε κι ένα μεταπτυχιακό στην Αγγλία αλλά για περισσότερη ακρίβεια το έδωσα και σε μια ελληνοκαναδέζα, που όντας γεννημένη σε αγγλόγλωσσο περιβάλλον θα είχε έμφυτο το γλωσσικό αίσθημα. Κι όμως ο γερμαναράς δεν αρκέστηκε σε αυτό! Με ειρωνεύεται και μου ζητάει να το ξαναδώσω σε μητρικό ομιλητή της αγγλικής γιατί ο προηγούμενος δεν του έκανε. Απαιτεί να το μειώσω κιόλας! «Μα έχω υπογράψει στο συμβόλαιο να γράψω 4 σελίδες, είστε σίγουρος ότι θέλετε να το μειώσω;;;»

«Ναι, να το μειώσεις», μου απαντά, «δε μας νοιάζουνε τα βιογραφικά στοιχεία, μόνο το γλωσσολογικό έργο αρκεί.»

Καινούργιος μπελάς με βρήκε. Να πω ότι αρνούμαι το άρθρο (μιας και το δέλεαρ των 10 ευρώ δεν είναι μεγάλο και ήδη έχω χαλάσει 40 ευρώ σε βιβλία και φωτοτυπίες) δε γίνεται, θα εκτεθώ κι εγώ αλλά κι ο καθηγητής μου που μ’ εμπιστεύτηκε. Αυτός ο ψυχοβγάλτης νομίζει ότι είμαι από τα ψώνια που κάνουν κωλοτούμπες για να τους δοθεί η ευκαιρία για δημοσίευση κι έχει την εντύπωση ότι θα κάτσω να το ξαναγράψω το άρθρο. Όχι ρε, δεν είμαι το ψώνιο που λέει «σφάξε με αγά μου να αγιάσω» αλλά θα κάτσω να το γράψω το γαμημένο το άρθρο κι ο παθός μαθός.

Κυριακή, Απριλίου 03, 2005

Για δυνατούς λύτες...

ΧΙV 650f...σίδας δ’ ότι τας ροιάς καλούσι Βοιωτοί Αγαθαρχίδης εν τη εννεακαιδεκάτη των Ευρωπιακών ούτως γράφει· «αμφισβητούντων Αθηναίων προς Βοιωτούς περί της χώρας ήν καλούσι Σίδας, Επαμινώνδας δικαιολογούμενος εξαίφνης εκ της αριστεράς μεταλαβών κεκρυμμένην ρόαν και δείξας ήρετο τι καλούσι τούτο. των δ’ ειπόντων ρόαν, 651a αλλ’ ημείς, είπε, σίδαν· ο δε τόπος τουτ’ έχει το φυτόν εν αυτώ πλείστον, αφ’ ου την εξ αρχής είληφε προσηγορίαν· και ενίκησεν.»

Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί.

Στο παραπάνω ανεκδοτολογικού περιεχομένου απόσπασμα ο Αθήναιος παραθέτει απόσπασμα του Αγαθαρχίδη όπου εξιστορεί την διεκδίκηση από τους Αθηναίους μίας Βοιωτικής πόλης με το όνομα Σίδα. Αναφέρει πώς η πόλη κατέληξε στους Βοιωτούς λέγοντας ότι ο Επαμεινώνδας έδειξε στους Αθηναίους ένα ρόδι και τους ρώτησε πώς το λένε. Οι Αθηναίοι το λέγανε «ρόα», ενώ οι Βοιωτοί το λέγανε «σίδα» και μάλιστα στην περιοχή όπου βρισκόταν η πόλη Σίδα βρίσκονταν πολλές ροδιές από τις οποίες φαινόταν ότι είχε ονομαστεί η πόλη. Με αυτό το τέχνασμα λέγεται ότι ο Επαμεινώνδας απέδειξε ότι το εν λόγω χωριό ιδρύθηκε και κατοικήθηκε εξαρχής από Βοιωτούς κι όχι από Αθηναίους.

Αυτή είναι και η αρχαιότερη περίπτωση (απ’ όσο γνωρίζω) όπου κάποιος χρησιμοποιεί τη γλώσσα (και την ετυμολογία) για πολιτικούς λόγους. Η σύγχρονη εποχή, με την ανάδυση των εθνικισμών τον 19ο και τον 20ο αιώνα, επιφυλάσσει στη γλώσσα και στη γλωσσολογία μία πλούσια γκάμα χρήσεων για ιδεολογικούς και πολιτικούς σκοπούς.

Με το που διάβασα το απόσπασμα από τον Αθήναιο μου ήρθε αμέσως στο νου ο Hobsbawm: «...η εθνικότητα ...είχε σαφώς κάποια σχέση με την ομιλουμένη γλώσσα, και μόνον επειδή η γλώσσα από τη δεκαετία του 1840 είχε αρχίσει να παίζει σημαντικό ρόλο στις διεθνείς εδαφικές συγκρούσεις – ιδιαίτερα αξιοσημείωτο στο ζήτημα του SchleswigHolstein, το οποίο διεκδικούσαν Δανοί και Γερμανοί – παρόλο που πριν από το δέκατο ένατο αιώνα τα γλωσσικά επιχειρήματα δεν είχαν χρησιμοποιηθεί για να υποστηρίξουν τις εδαφικές αξιώσεις των κρατών. Το 1842, όμως, η Revue des Deux Mondes ήδη παρατήρησε ότι «τα πραγματικά φυσικά σύνορα δεν καθορίζονταν από τα βουνά και τα ποτάμια, αλλά μάλλον από τη γλώσσα, τα έθιμα, τις αναμνήσεις, όλα όσα διακρίνουν ένα έθνος από ένα άλλο», επιχείρημα που ομολογουμένως χρησιμοποιήθηκε για να εξηγήσει γιατί η Γαλλία δεν έπρεπε απαραιτήτως να έχει φιλοδοξίες για το σύνορο του Ρήνου· ακριβώς όπως το επιχείρημα ότι «το ιδίωμα που ομιλείται στη Νίκαια έχει μία μακρινή μόνον ομοιότητα με την ιταλική γλώσσα» έδωσε στον Καβούρ μίαν επίσημη δικαιολογία για να εκχωρήσει αυτό το μέρος του βασιλείου της Σαβοΐας στον Ναπολέοντα Γ΄. Το γεγονός παραμένει ότι η γλώσσα είχε γίνει τώρα ένας παράγοντας στη διεθνή διπλωματία.»

σελ. 140, Έθνη και εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, E. Hobsbawm (μετάφραση: Χρυσ. Νάντρις) εκδ. Καρδαμίτσα 1994

Αν ο Επαμεινώνδας στηρίχτηκε σε ένα κριτήριο «αντικειμενικό», o Καβούρ έκανε ένα άλμα για να εκλογικεύσει την παραχώρηση της Νίκαιας. Τα παρόμοια άλματα επρόκειτο να γίνουν πολλά στην περιοχή των Βαλκανίων απ’όσο ξέρω. Στην τελική φάση της εκδίπλωσης των εθνικών κρατών στα Βαλκάνια μία ομάδα από αδύναμα κρατίδια είχε μαζευτεί γύρω από το πτώμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (την περίφημη ανατολική αγγινάρα που όλοι μαδούσαν προς όφελός τους) και έριζαν για τα τελευταία οθωμανικά εδάφη στην Ευρώπη: Αλβανία, Ήπειρο, Μακεδονία (που εν τέλει μοιράσαν στα τρία) και Θράκη. Η περιοχή είχε ανακατεμένους πληθυσμούς που δεν δικαιολογούσαν την δημιουργία αλυτρωτικών βλέψεων όμως οι ατσίδες Βαλκάνιοι το βόλεψαν κι αυτό. Ενδεικτικό είναι αυτό που είχε πει κάποτε ο Τρικούπης στην εφημερίδα Manchester Guardian το 1889:

«Όταν έλθη ο μέγας πόλεμος, ως αφεύκτως θα συμβεί μετά τινά έτη, η μακεδονία θα γίνει ελληνική ή βουλγαρική κατά τον νικήσαντα. Αν την λάβωσιν οι Βούλγαροι, δεν αμφιβάλλω ότι θα είναι ικανοί να εκσλαβίσωσι τον πληθυσμόν μέχρι των θεσσαλικών συνόρων. Αν ημείς την λάβωμεν, θα τους κάνωμεν όλους Έλληνας μέχρι της ανατολικής Ρωμυλίας.»

Αυτό που προέβλεψε ο Τρικούπης έμελλε να πραγματοποιηθεί μέσα από την ίδρυση εκατοντάδων σχολείων, με ένοπλες ομάδες Βούλγαρων και Ελλήνων που συγκρούονταν στα οθωμανικά εδάφη αλλά και με ιδεολογικά όπλα, ένα από τα οποία ήταν και η γλώσσα. Μπροστάρης του αγώνα είναι ο Κ. Ι. Τσιούλκας, με το βιβλίο του Συμβολαί εις την διγλωσσίαν των Μακεδόνων (εκ συγκρίσεως της σλαβοφανούς μακεδονικής γλώσσης προς την ελληνικήν). Σύμφωνα με τον Τσιούλκα η Σλαβομακεδονική έπασχε από ...σλαβοφάνεια, δηλαδή έμοιαζε με σλαβική αλλά ήταν ...ελληνική!

Το βιβλίο του είναι ένα προπαγανδιστικό σκουπίδι μάλλον παρά γλωσσολογική μελέτη αλλά ο στόχος του φιλολόγου Τσιούλκα τον καιρό του μακεδονικού αγώνα ήταν να προπαγανδίζει από τη θέση του και με τα μέσα που διέθετε τον ελληνικό εθνικισμό κι όχι να νοιάζεται για επιστημονική εγκυρότητα. Για έναν φιλόλογο δεν υπήρχε άλλο πιο πρόσφορο όπλο από το να προσπαθήσει να στερήσει από τον βουλγαρικό εθνικισμό το πλέον φανερό έρεισμα, το γλωσσικό. Χάρη στην εθνικιστική υστερία που μας έπιασε από το 1991 και μετά μπόρεσα να αποκτήσω το εν λόγω βιβλίο που κυκλοφόρησε από κάποιον εκδοτικό οίκο σαν εποχιακό φρούτο και βρέθηκαν κάποιοι να το θυμηθούν όπως ο ...έτερος Καππαδόκης, η συγγραφέας του «Έλληνος Λόγου» που συγκαταλέγει την προπαγανδιστική παλιοφυλλάδα του Τσιούλκα στα "έγκριτα επιστημονικά αναγνώσματα" (τα οποία - να προσθέσω - έχουμε ανάγκη όταν μας τελειώνει το κωλόχαρτο).

Τα αποτελέσματα της προπαγάνδας δεν άργησαν να φανούν· λίγο η ιδεολογική προετοιμασία, λίγο τα οικονομικά συμφέροντα και άλλες παράμετροι που για τούτο το κείμενο δεν έχουν ενδιαφέρον, καταλήξαμε στο να γίνουν φανατικοί ελληναράδες οι μισοί σλαβόφωνοι. Μπορώ να πω ότι δεν χρειαζόταν να πειστούν ότι η γλώσσα τους ήταν «κατά βάθος» ελληνική που έπασχε από σλαβοφάνεια γιατί είχαν ήδη πάρει την απόφασή τους. Ακόμα και όταν το 1926 με το σύμφωνο Πολίτη – Καλφώφ η Ελλάδα ανέλαβε να προβλέψει για την βασική εκπαίδευση των σλαβόφωνων στην μητρική τους γλώσσα, βρέθηκαν κάποιοι από αυτούς οι οποίοι μαζεύτηκαν και έκαψαν τα σλαβόφωνα αναγνωστικά (Abecedar) που είχε στείλει η Αθήνα και διαμαρτυρήθηκαν επειδή το κράτος δεν τους παρείχε ελληνική εκπαίδευση αλλά επέμενε να τους βλέπει ως ...διαφορετικούς.

Με τα προαναφερθέντα θέλησα απλώς να κάνω σαφές ότι δεν μπορούμε κανονιστικά να απονείμουμε εθνικές ταυτότητες. Γλώσσα, ιστορία, λαϊκός πολιτισμός τοποθετήθηκαν πάνω στην προκρούστεια κλίνη για να πάρουν το επιθυμητό σχήμα. Η επιθυμία κάποιου σλαβόφωνου, βλαχόφωνου, τουρκόφωνου ή αλβανόφωνου να θεωρεί τον εαυτό του Ελληνα όπως και η επιθυμία ενός ελληνόφωνου Τουρκοκρητικού να θεωρεί τον εαυτό του Τούρκο είναι απολύτως σεβαστή και κανείς δεν μπορεί να του αρνηθεί την εθνική συνείδηση για τον πολύ απλό λόγο ότι κάθε ταυτότητα είναι πλαστή (για πολλούς λόγους που δεν μπορώ να αναπτύξω τώρα) και επειδή η εθνική συνείδηση είναι κάτι που, όσο πλαστό κι αν είναι, από τη στιγμή που ο άνθρωπος το πιστεύει γίνεται ιερή και είναι δικαίωμα του καθενός να εκφράζεται μέσα από οποιαδήποτε εθνική ταυτότητα γουστάρει.

ΥΓ: Στη Νίκαια μένει μία κυρία από τη Δράμα. Ξέρει τη σλάβικη διάλεκτο του χωριού και μια φορά που πήγε εκεί συνάντησε Βούλγαρους τουρίστες και τους εξυπηρέτησε μιλώντας τη γλώσσα του χωριού της. Παρά το γεγονός αυτό, ποτέ δεν σκέφτηκε ότι δεν είναι Ελληνίδα. Χαρακτηριστικό είναι ότι όποτε τηλεφωνεί στη Δράμα στους συγγενείς της που έχει καιρό να τους ακούσει προτιμά να μιλά μαζί τους στα σλάβικα, κάτι που το θεωρούν μία πράξη τρυφερότητας. Το να επιβιώνει η μισητή σλαβική για να συνδέει αγαπημένα πρόσωπα και να διατηρεί ζωντανούς τους δεσμούς με την κοινότητα και το παρελθόν είναι μεγάλη ειρωνεία (κι εκδίκηση). Με αυτά δεν πρόκειται να νεκραναστηθεί η γλώσσα τους και – να πω την αλήθεια – δεν με ενδιαφέρει· το μόνο που κοιτάω όταν φεύγουν τα διακυβεύματα είναι η επιστροφή της ορθής και πάλι όρασης που για την άρνησή της βαρυγκόμησε πολύς κοσμάκης.

Περισσότερα μιαν άλλη φορά.

Κυριακή, Μαρτίου 20, 2005

To 10

Όταν ήμουν μικρός ήταν συχνές οι βόλτες κάτω στον Πειραιά για «εξωσχολικά βιβλία» που -όπως είχαν πει οι δάσκαλοι στη μάνα μου- θα μου έκαναν «καλό». Θυμάμαι την Μαρία με το βιβλιοπωλείο που έχει κλείσει τώρα και οπου μέσα του περνούσα ώρες μέχρι να διαλέξω το βιβλίο που θα αγόραζα. Είμαι σίγουρος πως πρέπει να την είχα κουράσει πολύ όταν μια φορά μου πρότεινε - ίσως για να με ξαποστείλει - «Το 10» του Καραγάτση με τα καλύτερα λόγια, σ’ εμένα που τότε ήμουν μόλις δώδεκα χρόνων, ένα βιβλίο που κάθε άλλο παρά παιδικό είναι. Εκ των υστέρων και μάλιστα αρκετά χρόνια μετά σκέφτηκα ότι ή με είχε άχτι ή ήθελε να μου κάνει πλάκα ή ήθελε να μου αφήσει μία αφήγηση που (με δεδομένες τις συνθήκες που μεγαλώνει ένα παιδί) θα με πονήρευε μια ώρα γρηγορότερα. Μπορώ να πω ότι αυτό το βιβλίο είναι ένα από τα πολυδιαβασμένα της βιβλιοθήκης μου: το θρυλικό εκείνο αντίτυπο ξεπατώθηκε απ’ το διάβασμα και εντέλει χάθηκε δανεικό κι αγύριστο.
Ο κόσμος των λαϊκών συνοικιών του Πειραιά της δεκαετίας 1950-1960 ήταν ένα συναρπαστικό κουτσομπολιό που το διάβασα σα να υπήρχε στην πραγματικότητα, την αφιλτράριστη από την γονεϊκή λογοκρισία «μπροστά-στο-παιδί», περικυκλωμένο βέβαια από τη θολούρα της παιδικής άγνοιας για τα πράγματα που μιλούσε ο συγγραφέας αν και – όσο απονήρευτος και να ‘ναι κανείς – τα βασικά τα καταλάβαινα και παρακολουθούσα τις ερωτικές περιπέτειες των κατοίκων του «10» με ενδιαφέρον. Ο πρόωρος θάνατος του συγγραφέα το 1960 σ’ ηλικία μόλις 52 ετών άφησε το έργο του ημιτελές κι αυτό συχνά τροφοδότησε τη φαντασία μου με υποθετικές ιστορίες που συνέχιζαν την ζωή των κατοίκων του 10 πέραν της αφήγησης του Καραγάτση.
Ένας από τους χαρακτήρες του «10» που ήθελα πολύ να δω ευτυχισμένο ήταν η δις Στάσα Θέμελη: κόρη φτωχής αλλά τίμιας οικογενείας, της μόνης με πιάνο στην πολυκατοικία του «10» και ίσως σ’ όλην την γύρω συνοικία, εργαζόταν δαχτυλογράφος – αλληλογράφος στην Navegazion Panameira και δεν ήταν έξυπνη αρκετά ώστε να ενδώσει στις πονηρές προτάσεις του αφεντικού της που προσπαθούσε να τη δελεάσει με οικονομικές προσφορές: επέμενε να μένει ερωτευμένη με τον εμποροϋπαλληλάκο του ορόφου της, τον άβουλο Ζήση τον οποίο έβλεπε σαν πεμπτουσία της αντρίκιας τελειότητας, που μόνο με συγχορδίες του Σούμαν μπορεί να εκφραστεί. Ακόμα και στον Ζήση δεν ενέδιδε πριν το στεφάνι και απ’ ό,τι φαινόταν αυτή η στιγμή επρόκειτο να αργήσει πολύ δεδομένης της ανύπαντρης αδερφής του υπαλληλάκου που έπρεπε να στεφανωθεί πρώτη για να πάρει και κείνος σειρά. Αυτή η δις Στάσα είχε ένα μικρό κουσούρι:

η δις Στάσα, εκείνο το πρωί, βγήκε απ’ την κρεββατοκάμαρά της μισή ώρα νωρίτερα, στις εφτά. Πριν δρασκελίση το κατώφλι κοίταξε το πάτωμα του διαδρόμου· και διαπίστωσε πως μπροστά στην πόρτα της κάποιο πονηρό χέρι είχε σκορπίσει μία χούφτα χαλικάκια. Ταράχτηκε. Έλπισε ότι σήμερα, τα παλιόπαιδα δεν θα πρόφταιναν να της κάνουν το καθημερινό χυδαίο αστείο τους· φαίνεται όμως πως ξυπνάν από τα χαράματα για να τη βουρλίσουν... Το φυσικό της ήταν, όταν σ’ ένα πεζοδρόμιο ή σ’ ένα ασφαλτοστρωμένο δρόμο έβλεπε χαλικάκια, να εκνευρίζεται· να τα κλωτσάη για να καθαρίση την λεία επιφάνεια από τούτη την ανωμαλία. Πήραν χαμπάρι τη λόξα της τα παλιόπαιδα – ο Φανούρης με τη συμμορία του. Κάθε πρωί μπροστά στην ξώπορτα του «10», πάνω στο πεζοδρόμιο, έριχναν μιαν αδραξιά χαλίκια· ύστερα στέκονταν παράμερα· περίμεναν πότε θα βγη η δις Στάσα να τα κλωτσήση [...] Με τον καιρό οι μπασταρδόσποροι αποθρασύνθηκαν· κι έριχναν κάθε πρωί χαλίκια μπροστά στην πόρτα της κάμαράς της, μέσα στο διάδρομο του «10». [...] το δεύτερο στάδιο της πλάκας λάβαινε χώρα στην εξώπορτα, όπου είχε σκορπιστεί δεύτερη φούχτα χαλικάκι. [...]
Η δις Στάσα τυλίχτηκε στην αξιοπρέπειά της κι υπόμεινε με αρχοντική αταραξία το μαρτύριο των χαλικιών. Κάθε πρωί τα κλωτσούσε δύο φορές: μία μπροστά στην πόρτα της κάμαράς της· και μία μπροστά στην ξώπορτα του «10». Και συνέχιζε την πορεία της.


Μ. Καραγάτσης, Το «10», σελ. 96-97, Εστία (1997, έβδομη ανατύπωση της αρχικής έκδοσης του 1964).

Αρκετά χρόνια μετά την πρώτη ανορθόδοξη (ποτέ μου δεν διάβαζα βιβλίο από την αρχή μέχρι το τέλος αλλά διάλεγα τυχαία σελίδες και διάβαζα μέχρι να βαρεθώ) ανάγνωση κατάλαβα ότι αυτό που είχε η δις Στάσα ήταν μία ι δ ε ο ψ υ χ α ν α γ κ α σ τ ι κ ή δ ι α τ α ρ α χ ή. Αν ήταν ένας πραγματικός χαρακτήρας – εκείνον τον καιρό – δεν θα απευθυνόταν σε κάποιον ψυχολόγο. Θα ζούσε με το κουσούρι της. Η δις Στάσα είχε άλλωστε την ρετσινιά του «λοξού» ατόμου στην πολυκατοικία:


τσαντίστηκε· άρχισε να κλωτσάη τα πετραδάκια. Άξαφνα σταμάτησε με καρδιά παγωμένη· είχε ξεχάσει πως ο Ζήσης την έβλεπε. Την κοίταξε· και διαπίστωσε πως την κοίταζε με μάτια απορεμένα. Του χαμογέλασε με μορφασμό απαίσιο.
- Αυτά τα παλιόπαιδα βρωμίζουν τα πάντα, μουρμούρισε.
- Ναι, παραδέχτηκε εκείνος.
Ήξερε τη λόξα της· η μάνα του και η αδελφή του δεν παράλειψαν να του την πουν, προσθέτοντας ότι στην κακοήθεια να σκέφτεται να παντρευτεί πριν αποκατασταθή η αδελφή του, πρόσθετε τη βλακεία να θέλη για γυναίκα του μια θεόμουρλη.
σελίδα 103


Σχεδόν μισό αιώνα μετά τα παθήματα της δίδος Στάσας σκέφτηκα να απευθυνθώ για λογαριασμό της σε κάποιον ψυχολόγο. Έστειλα μήνυμα στο Συμβουλευτικό Κέντρο Φοιτητών της Φιλοσοφικής (χρειάστηκε να την κάνω φοιτήτρια γιαυτόν το λόγο και μάλιστα μεταπτυχιακή για να πλησιάζει στην ηλικία της λογοτεχνικής ηρωίδας) και πιο συγκεκριμένα στην online υπηρεσία συμβουλευτικής. Τα μηνύματα τα διαβάζουν δυο φορές την εβδομάδα και απαντούν μετά από ορισμένες μέρες, πάλι δύο φορές την εβδομάδα· οι απαντήσεις δημοσιεύονται σε μία ιστοσελίδα, αυτή που αφορούσε την δίδα Στάσα (μαζί με το μήνυμα που έγραψα) είναι η ακόλουθη:

Γεια σας. Είμαι μία μεταπτυχιακή φοιτήτρια στη Φιλοσοφική σχολή. Παράλληλα με το μεταπτυχιακό μου εργάζομαι σε μία εταιρεία και πρέπει κάθε πρωί να πηγαίνω νωρίς εκεί αλλά έχω ένα πρόβλημα. Όποτε βλέπω χαλίκια στο πεζοδρόμιο μου δημιουργείται εκνευρισμός και προσπαθώ να το καθαρίσω κλωτσώντας τα στο δρόμο. Το πρόβλημα αυτό δεν με απασχολούσε συχνά μέχρι που το κατάλαβαν κάποια παιδιά στην πολυκατοικία και το κάνουν επίτηδες κάθε πρωί εδώ και μία εβδομάδα. Ρίχνουν κάθε πρωί πηγαίνοντας σχολείο μια χούφτα χαλίκια στο πεζοδρόμιο μπροστά από την είσοδο και παραφυλάνε για να γελάσουν. Δεν τολμώ να πάω στους γονείς τους και να τους εξηγήσω το πρόβλημα, θα με βγάλουν τρελή. Ποτέ μέχρι τώρα δεν πίστευα ότι θα χρειαζόμουν βοήθεια για αυτήν την εμμονή μου αλλά τώρα μου παίρνει ένα τέταρτο κάθε μέρα για να καθαρίσω το πεζοδρόμιο. Ξέρω ότι δεν μπορώ να το αγνοήσω και να φύγω, γιατί θα το σκέφτομαι όλη μέρα, δεν θα κοιμηθώ. Μία φίλη μου είπε να πάω σε ψυχολόγο αλλά ντρέπομαι αρκετά. Θα ήθελα παρακαλώ να μου πείτε τι να κάνω.


Η εντύπωση που σχηματίσαμε διαβάζοντας το μήνυμά σας είναι ότι η δυσκολία που αντιμετωπίζετε είναι ψυχαναγκαστικού χαρακτήρα (για περισσότερες πληροφορίες δείτε το Μήνυμα #63). Πολλοί άνθρωποι που αντιμετωπίζουν τέτοιου είδους εμμονές δυσκολεύονται να απευθυνθούν σε έναν ειδικό, ακριβώς επειδή πιστεύουν ότι θα θεωρηθούν τρελοί λόγω του παράδοξου χαρακτήρα των εμμονών τους. Ωστόσο, όπως θα διαπιστώσετε η αμηχανία που θα νιώσετε είναι πιθανό να ξεπεραστεί από την πρώτη κιόλας συνεδρία, καθώς ο ειδικός με τον οποίο θα συνεργαστείτε γνωρίζει την ακριβή φύση του προβλήματος και κατά συνέπεια δεν πρόκειται να σχηματίσει αρνητική εικόνα για εσάς. Η aποτελεσματικότερη μορφή θεραπείας για τέτοιου είδους δυσκολίες είναι η γνωσιακή - συμπεριφοριστική ψυχοθεραπεία, η οποία μπορεί να συνδυαστεί με φαρμακευτική αγωγή ανάλογα με τις ανάγκες κάθε ατόμου. Περισσότερες πληροφορίες για τη συγκεκριμένη μορφή θεραπείας θα βρείτε στο δικτυακό τόπο του Ινστιτούτου Έρευνας και Θεραπείας της Συμπεριφοράς και της MedNet Hellas, όπου θα βρείτε και περισσότερες πληροφορίες για την ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή. Επίσης. στο βαθμό που η εμμονή σας με τα χαλίκια είναι η μόνη δυσκολία αυτού του είδους που αντιμετωπίζετε, θα μπορούσατε να προσπαθήσετε να την αντιμετωπίσετε χρησιμοποιώντας το βιβλίο αυτοβοήθειας που σας προτείνουμε το οποίο σε κάθε περίπτωση θα σας διευκολύνει σε μία μελλοντική συνεργασία με έναν ειδικό:


Lamagnere, F. (1999). Μανίες, φοβίες και έμμονες ιδέες. Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη.

[Κωδικός μηνύματος: #1372. Το μήνυμα αυτό θα
μεταφερθεί στην ενότητα ΑΓΧΟΣ - ΦΟΒΙΕΣ - ΕΜΜΟΝΕΣ ΙΔΕΕΣ.]



Φυσικά παρέλειψα να πω στους διαδικτυακούς ψυχολόγους ότι η δις Στάσα ήταν παρθένα, αν και πιστεύω ότι αυτό το παραπάνω στοιχείο δε θα το υπολόγιζε τόσο ο ψυχολόγος. Διαποτισμένος από την νοοτροπία του σιναφιού θέλει σώνει και καλά να σε γιατρέψει ο ίδιος, να σε φορτώσει με συμπεριφοριστικές θεραπείες, να σου δώσει χάπια, ενώ η μόνη ενδεδειγμένη και ανέξοδη θεραπεία για την συγκεκριμένη περίπτωση (και για τις περισσότερες νευρώσεις) είναι το πολύ και το καλό σεξ. Δεν είναι τυχαίο που η δις Στάσα είναι το μοναδικό ενήλικο παρθένο άτομο (και συνάμα το μοναδικό νευρωτικό) στις 500+ σελίδες του «10». Ίσως αδικείται από το ημιτελές μυθιστόρημα, δεν γνωρίζουμε ποια θα ήταν η εξέλιξή της αν γραφόταν ολόκληρο και εγώ, μολονότι που τώρα πια θεωρώ μπανάλ κατάληξη των μυθιστορημάτων τα χάπι εντ, κάνω μία εξαίρεση για αυτήν την περίπτωση. Την πήγα στον ψυχολόγο για να της ξεκολλήσω τη ρετσινιά της μουρλής που έμπαινε εμπόδιο στα γαμήλια σχέδια: ο Ζήσης προμάντευε τη σφοδρή αντίδραση των δικών του για το γάμο του με την «τρελή» που επιπλέον ήταν απένταρη (σελ. 484). Προσωπικά προτιμώ να σκέφτομαι ότι το μάτωσε το σεντόνι η δις Στάσα, κι ας ήθελε η μέγαιρα μάνα του Ζήση να τον παντρέψει με πλούσια, κι ας στέφθηκε με αποτυχία η μόνη προσπάθεια του ζευγαριού να προχωρήσει στα ερωτικά, στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου, αφού διακόπηκε από μια επέλαση μπανιστηρτζήδων που τους πρόγγηξαν σα σκυλιά.
Βροχή οι πέτρες πέφτουν ολόγυρά τους. Ξαφνιασμένοι, τρομαγμένοι, οι εραστές σηκώθηκαν και λάκισαν, δίχως να προφτάσουν να σιάξουν την ενδυματική ατημελησία τους. Τρίκλιζε η Στάσα πάνω στα πανύψηλα τακούνια της, σκόνταφτε στα κοτρόνια, πήγαινε να πέση, ωσάν το μέγα βάρος των μασταριών να έλκυε όλο το κορμί της προς τη γη. Με το ‘να ΄χερι ο Ζήσης τη βοηθούσε ενώ με τ’ άλλο πάσχιζε να οικονομήση το αναγερμένο όργανό του μέσα στο παντελόνι, δίχως να το κατορθώνη.

σελίδα 485.

Διαβάζοντας αλλεπάλληλες φορές αυτό το μυθιστόρημα που δεν έχει καμία παραπάνω λογοτεχνική αξία όσο έχει βιωματική για έναν δωδεκαετή αναγνώστη (που το διαβάζει και νομίζει ότι ο κόσμος είναι έτσι), μου έχει μείνει η παραφωνία της αγαμίας που επιπλέει σαν τη μύγα μες στο γάλα σε έναν έκλυτο κόσμο. Όπως είχε πει χαρακτηριστικότερα ο Στεφανής (κι εγώ το αναμασούσα νομίζοντας ότι είναι φράση του κόσμου των μεγάλων και καταφέρνοντας εντέλει να ξαφνιάσω τους γονείς μου με τις βωμολοχίες): Εδώ είναι πολυκατοικία γαμούμεθα! (Γιατί η Στάσα να είναι εξαίρεση;)

Κυριακή, Μαρτίου 06, 2005

...γραφή δε μένει εις χρόνους απεράντους.

Το βιογραφικό είναι ένα είδος κειμένου που απεχθάνομαι – με παραπέμπει είτε σε λογοτέχνες που δεν έχουν πια βίο παρά μόνο αναμνήσεις, είτε σε άνεργους που στέλνουν βιογραφικά δεξιά κι αριστερά για να βρουν δουλειά. Για αυτόν ίσως το λόγο η συλλεκτική μανία για διπλώματα, πτυχία, βεβαιώσεις που θα εμπλουτίσουν το βιογραφικό δεν με άγγιξε ποτέ – το φάσμα ενός πλούσιου βιογραφικού είναι το πενιχρό αντιστάθμισμα της ζωής που σώνεται.

Με την τέχνη όλα αυτά είναι κάπως διαφορετικά· δεν γλιτώνουν βέβαια οι κόποι των λογοτεχνών από την ματαιότητα που τα απαξιώνει όλα (κι εδώ θα μπορούσε να μιλήσει καλύτερα ο Ταμπούκι με το διήγημα Σε Αναμονή Του Χειμώνα) αλλά υπάρχει στην τέχνη ένα στοιχείο ματαιότητας όμοιο με αυτό της ζωής την οποία – ματαιότητα – την έχουμε κρύψει κάτω από ένα σωρό χρήσιμες πλάνες, όπως είναι η οικογένεια, οι σπουδές, η δουλειά, οι φίλοι. Μερικές φορές οι λογοτέχνες και οι ποιητές προσπαθούνε να ρίξουνε γέφυρες πάνω στην κινούμενη άμμο της ζωής και άλλοτε γυρεύουν έναν «πιθανό υπαινιγμό αιωνιότητας» όπως ο Μπόρχες, άλλοτε ένα σωσίβιο ποίημα (όπως το είχε πει η Δημουλά) ή άλλοτε διεκδικούν από τον μέλλοντα χρόνο μία θέση, όπως ο Θουκυδίδης (κτήμα ες αεί) ή όπως ο Ιωάννου που είχε ευχηθεί να διαβάζεται με πάθος εκατό, διακόσια χρόνια μετά το δικό του τέλος κι όχι να είναι αντικείμενο διδακτορικών.

Τελικά – αντίθετα με αυτές τις στιγμές αδυναμίας των λογοτεχνών – έχω καταλήξει στην πεποίθηση ότι η τέχνη δεν μπορεί να υπόσχεται καμία χρηστικότητα, έστω και μεταφυσική, δεν είναι διερεύνηση των μυστικών του κόσμου, ούτε ένα βαθύτερο νόημα κι ότι αρκεί μόνο να επιπλέουν τα κείμενα και να χαρτογραφούν έναν ακόμη τόπο για τους ζωντανούς. Έχοντας την αίσθηση ότι ίσως να είχε δίκιο ο Εκκλησιαστής ότι ουκ έστιν παν πρόσφατον υπό τον ήλιον, η κατακλείδα όλων των κειμένων που έχω διαβάσει και θα διαβάσω είναι η φράση του ανώνυμου βυζαντινού αντιγραφέα: η μεν χειρ η γράψασα σήπεται τάφω, γραφή δε μένει εις χρόνους απεράντους.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 27, 2005

Βέτεμ Γκρεκ

-Η αστική κοινωνία αυτοθαυμάζεται. Ο Δολοφόνος, ο Πούστης, ο Κλέφτης, η
Πουτάνα, σπάνε τον καθρέφτη.
Ηλίας Πετρόπουλος – Εγχειρίδιον του Καλού Κλέφτη.

Διαβάζω στον Κουκουλέ ότι στο Βυζάντιο λέγανε Χαλδαίους τους μάγους και μια γριά Πολίτισσα μου είχε πει ότι στην Πόλη οι πορτιέρηδες λέγονταν Χαρβάτες (εκ του Hrvatski) επειδή ήσαν κροατικής καταγωγής. Και σήμερα στην Ελλάδα υπάρχει ένα επάγγελμα για κάθε μετανάστη: στα φανάρια οι μικροπωλητές είναι κυρίως πακιστανοί, τα σιντί μαϊμούδες τα σπρώχνουν στις καφετέριες οι μαύροι, στις οικοδομές συνήθως βρίσκεις Αλβανούς (παλιότερα Πολωνούς) και οι Ρωσίδες, Ουκρανές και γενικότερα ανατολικοευρωπαίες συντρόφισες γίνονται πουτάνες.
Πόλη και επαρχία έχουνε γεμίσει από σκλάβες σωματεμπόρων που τους προστατεύει ένα δίκτυο συνενοχής και εξαγοράς. Στα περισσότερα χωριά βρίσκεις κωλόμπαρα, ευτελείς κατασκευές – συνήθως λυόμενα – με παράταιρα εξωτικά ονόματα όπου συναντά ο πορνοπελάτης το εμπόρευμα και το καταναλώνει. Στις πόλεις οι τρόποι επαφής είναι ποικίλοι: ινστιτούτα μασάζ με αρνητικό ισολογισμό που έγιναν επικερδείς επιχειρήσεις χάρη στα πορνοέσοδα, πεζοδρόμιο, οίκοι ανοχής, κωλόμπαρα, βίζιτες. Γύρω στις ογδόντα χιλιάδες είναι τα θύματα (αλλοδαπές στο σύνολο) της αναγκαστικής πορνείας την δεκαετία 1990 – 2000.
Η παλιά ελληνίδα εκδιδομένη και ο αγαπητικός – νταβατζής υποχώρησαν μπροστά στα κοπάδια που έφεραν οι σωματέμποροι, γυναίκες που με ξύλο, βιασμούς και απειλές εκπορνεύτηκαν και απειλήθηκαν αποτελεσματικά ώστε να δουλεύουν στα όρια της αντοχής τους και να δέχονται ελάχιστο μέρος από τα πορνικά έσοδα. Μερικές γλίτωσαν με το να αυτοτραυματιστούν και έπειτα να καταγγείλουν την εκμετάλλευσή τους, χωρίς αυτό να εξασφαλίζει ότι θα τιμωρηθεί κανείς. Το ευρύ δίκτυο συνενοχής, η διαφθορά, η νωθρή δικαιοσύνη αφήνουν πολλούς ατιμώρητους κι όταν μια καταγγελία φτάνει στo δικαστήριο η κατάθεση μιας αλλοδαπής είναι κάτι το πολύ υποκειμενικό.
Είχα μια ρωσίδα συμφοιτήτρια κι όταν το ανέφερα κάποτε προκάλεσα πονηρά γελάκια και σχόλια. Η προκατάληψη έχει γίνει δεύτερο πετσί της σκέψης μας, αντανακλαστικό που φαίνεται ακόμα και όταν αβίαστα λέμε «ξέρω έναν Αλβανό αλλά είναι καλό παιδί». Σε μερικούς καράβλαχους η αγοραστική τους δύναμη επί των αλλοδαπών αιδοίων προκαλεί κι άλλη ηδονή, την απόδειξη της ανωτερότητος του καπιταλισμού, την ευκαιρία να ασελγήσουν επί του πτώματος του πάλαι ποτέ υπαρκτού σοσιαλισμού λες και ξέχασαν τότε που ελληνίδες πόρνες πηδιόντουσαν όρθιες στα Σϊδερα στον Πειραιά ή όταν σκάγανε στο λιμάνι στην Τρούμπα εκατοντάδες – πρωτευουσιάνες και επαρχιώτισες – για να συμπληρώσουν το εισόδημά τους ικανοποιώντας τις ανάγκες του αμερικάνικου στόλου κι ακόμα πιο παλιά, ξεχάσανε που μετά το 1922 και την προσφυγιά οι σωματέμποροι έκαναν χρυσές δουλειές με τις προσφυγοπούλες που τάχαμου τους υπόσχονταν δουλειά και έξοδο από την εξαθλίωση ενώ στην πραγματικότητα τις πούλαγαν στους οίκους ανοχής της Μασσαλίας, της Αλεξάνδρειας, του Πορτ Σάιντ και της Βηρυττού.
Οι αλλοδαπές που δεν έχουν πέσει στην πορνεία είναι ένοχες κι αυτές για τις ντόπιες γυναίκες με την κατηγορία ότι «κλέβουν τους άντρες». Βγαίνουν στην τηλεόραση με το δριμύ «κατηγορώ» τους κάτι γριές που ο γέρος (κι όλα του τα λεφτά μαζί) τις εγκατέλειψαν για μια καπάτσα και πιο νέα. Και πάλι φταίει η αλλοδαπή: ο έλληνας σύζυγος είναι το έπιπλο, το χρηματοκιβώτιο, το άβουλο αντικείμενο τελοσπάντων το οποίο εκλάπη. Δεν είναι η πρώτη ιστορική συγκυρία που συνέβη αυτό το γεγονός. Ο Ασημάκης Πανσέληνος στο Τότε Που Ζούσαμε λέει:

Όταν κατόπι, στα 1922, η κουτάλα της ιστορίας ξανάδειασε, σ’ ολάκερην την Ελλάδα, όλους πια τους Μικρασιάτες (και τις Σμυρνιές), διάτορη ακούστηκε η φωνή «μας παίρνουν τους άντρες μας» σα να ήταν η χώρα καντίνα που είχε υποχρέωση να φουρνίρει άντρες, μοναχά στις ντόπιες γυναίκες.



Σ’ αυτήν την ιστορία έχει δίκιο η παροιμία που λέει: «σκυλί που γαβγίζει δεν δαγκώνει». Γαβγίζουν οι ντόπιες ότι οι αλλοδαπές γυναίκες τους τρώνε τους άντρες, γαβγίζουν κι οι ιδιοκτήτες ακινήτων κοντά σε οίκους ανοχής για λόγους ηθικής δήθεν αλλά στην πραγματικότητα επειδή τα μπουρδέλα ρίχνουν την αξία των ακινήτων, ωστόσο παρά την γκρίνια κανείς δεν τους διώχνει.
(Μέσα σε όλην αυτήν την αναμπουμπούλα, ο κόσμος χάνεται κι η πουτάνα λούζεται, η κοινωνία δηλαδή και η διανόηση που μόλις πληροφορήθηκαν ότι το σπίτι του Αλ. Σβώλου στη Φυλής λειτουργούσε ως πολυδύναμος οίκος ανοχής ρίγη φρίκης διέτρεξαν το κορμί τους και ξεσηκωθήκανε. Το κλείσανε το μπουρδέλο αγνοώντας ασφαλώς ότι η απαγόρευση οίκων ανοχής σε πολυκατοικίες στρέφει τους σωματεμπόρους σε παλιά σπίτια τα οποία συντηρούν και σώζουν από την κατεδάφιση και την αντιπαροχή.)
Τουλάχιστον παρόλα τα δεινά που συσσώρευσαν στον Ελληνισμό οι μετανάστες, υπάρχουν ακόμη μερικά οχυρά που αμύνονται δυνατά και ελληνικά. Τη σημαία μας δεν την δίνουμε στους Αλβανούς – κι αν μερικές φορές την σηκώνουν μετανάστες, υπάρχουν φωνές που το καταδικάζουν αυτό. Απαραβίαστα ελληνικό είναι το παράδειγμα των μπουρδέλων μας, όπου ρητά απαγορεύονται οι αλλοδαποί πελάτες και το πολύ που μπορεί να κάνει ο Αλβανός είναι μια μπουρδελότσαρκα. Πρόκειται για μία προφορική απαγόρευση που έχει τουλάχιστον μία φορά αποτυπωθεί σε μια δίγλωσση – στ’ αλβανικά (Vetem Grek) και αγγλικά (Only Greek) - ταμπέλα πάνω από την είσοδο ενός ημιυπόγειου μπουρδέλου σε μια οδό κάθετη στην Φυλής. Τη σημαία και την πουτάνα δεν την δίνουμε σε αλλόφυλους.

ΥΓ. 1: Όλα όσα περιγράφονται παραπάνω είναι καθαρή φαντασία, οποιαδήποτε ομοιότης με εποχές, καταστάσεις ή πρόσωπα είναι εντελώς συμπτωματική.
ΥΓ. 2: Σε αυτόν τον ρατσιστικό διαχωρισμό σε βάρος των μεταναστών μπορούν οι κουλτουριαρέοι να απαιτήσουν οι πόρνες να δέχονται και αλλοδαπούς. Οι εθνικισταί μπορούν να ωρύονται ότι Έλληνας γεννιέσαι, δε γίνεσαι.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 20, 2005

Διασπορά ψευδών ειδήσεων.

Δεν θυμάμαι πια τι μου γέννησε την ιδέα να κατασκευάσω ένα κείμενο λογοτεχνικό που θα μοιάζει με επιστημονικό (η αντίθεση παίζει μόνο στα επίπεδα -χρηστικό και +χρηστικό αντιστοίχως). Ήθελα να αποδείξω κάτι που το ήξερα με την πείρα μου και που με λίγα λόγια συνοψίζεται στην προβληματική –ούτως ή άλλως- φράση: κρίνουμε βασιζόμενοι περισσότερο στις επιθυμίες μας παρά στην πραγματικότητα.
Χαρακτήρισα την παραπάνω φράση προβληματική επειδή για έναν σκεπτικιστή όπως εγώ είναι αδύνατη η αντικειμενική πραγματικότητα• αυτή η ελαστικότητα με φέρνει αντιμέτωπο με τους σημαιοφόρους διαφόρων ιδεοληψιών –πολιτικών, εθνικών και θρησκευτικών κυρίως- που ζουν υπακούοντας μάλλον στο εθνικό ή θρησκευτικό φαντασιακό τους παρά στην δυσπρόσιτη –για έναν άνθρωπο- πραγματικότητα και είναι έτοιμοι να κλωτσήσουν στο γκρεμό της υποκειμενικότητας ό,τι αντιβαίνει στην ιδεολογία που λατρεύουν.
-Τι είναι πραγματικότητα; θα με ρωτήσει ο κάθε φανατικός που πρόθυμα πιστεύει ό,τι του λέει ο κάθε χριστέμπορος, εθνοποιμένας, παλιοφυλλάδα υπό τον όρο ότι αυτό που λέει επιβεβαιώνει την ιδεοληψία - ασχέτως αν τεκμηριώνεται ή όχι.
Σε αυτήν την ερώτηση δεν μπορώ να απαντήσω, δεν ήμουνα ποτέ καλός με τους ορισμούς.
Κάπου εκεί - στην αναζήτηση αλήθειας και ψέμματος - γεννήθηκε ο Σοφοκλής Καλλιμάνης και το κείμενό του το οποίο μπορείτε να διαβάσετε στην ιστοσελίδα του στον Pathfinder. Ο Σοφοκλής Καλλιμάνης δεν είναι ένα τυχαίο ψευδώνυμο αλλά επινοήθηκε προκειμένου το αρκτικόλεξο του ονόματός του (so-kal) να θυμίσει την Υπόθεση Σοκάλ και να υπονομεύσει το κύρος των κειμένων της ιστοσελίδας με ένα σαφές υπονοούμενο. Ακόμα και αυτό δεν στάθηκε αρκετό.
Ο Σοφοκλής Καλλιμάνης παρουσιάστηκε το καλοκαίρι του 2004 στο διαδίκτυο ισχυριζόμενος ότι έχει ανακαλύψει έναν κώδικα του 13ου αιώνα όπου αποδεικνύεται ότι η αγγλική λέξη draft είναι ελληνική! Στο άρθρο του έδινε ένα ρεσιτάλ πατριωτισμού, τονίζοντας την πολιτιστική επιρροή της ελληνικής στις σύγχρονες γλώσσες και υποστηρίζοντας την ξενηλασία των δανείων λέξεων και την αντικατάστασή τους από "ωραιότατες και ελληνικότατες" λέξεις. Στη συνέχεια του άρθρου μιλούσε για τον τρόπο με τον οποίο "απέδειξε" ότι άλλη μια αγγλική λέξη είχε ελληνικές ρίζες.
Το κείμενο είχε αρνητικά στοιχεία: ήταν μεγάλο, εξαντλητικό και δεν είχε μία "καυτή" είδηση να προσφέρει (όπως ο γνωστός τηλεπλασιέ εθνικωφελών βιβλίων που παρουσίασε ...ούφο με ...ελληνική επιγραφή). Παρά τα αρνητικά του στοιχεία το κείμενο είχε μία ορισμένη απήχηση: το ανέβασαν στις σελίδες τους ο Μετανάστης, το Ελληνικό Βήμα και το Greek Portal. Ήταν αρκετά πατριωτικό ώστε να βρει αναγνώστες πρόθυμους να το πιστέψουν.
Ο Σοφοκλής Καλλιμάνης γεννήθηκε μόνο και μόνο για να αποδείξει δύο πράγματα, ότι αφενός οι άνθρωποι πιστεύουν πιο εύκολα κάτι αν συμβαδίζει με την ιδεολογία τους (πράγμα που γίνεται ιδιαίτερα επικίνδυνο όταν κάποιος απαιτεί τα πάντα να συμμορφώνονται με το φανατισμό του) και αφετέρου ότι το να ανασκευάσεις ένα ψέμα είναι πιο δύσκολο από το να το κατασκευάσεις. Την τελευταία θέση οφείλω να τη σχολιάσω λίγο παραπάνω: για την ιστορία πρέπει να τονίσω ότι ούτε ο κώδικας που αναφέρεται στο άρθρο του Καλλιμάνη υπάρχει, ούτε ο βυζαντινός λόγιος Μανουήλ Φυρλίγγος υπήρξε (εκτός πια κι αν μιλάμε για διαβολική σύμπτωση) ούτε ο Άνσελμος του Κλαιρβώ. Ποιος μπορεί να τα αποδείξει αυτά; Το ότι δεν βρίσκονται στην εγκυκλοπαίδεια δεν αποδεικνύει πως δεν υπάρχουν και έτσι η μόνη λύση για να αποδείξει κανείς ότι δεν είναι σωστή η προτεινόμενη ετυμολογία είναι να πάει στην Εθνική Βιβλιοθήκη του Παρισιού και να ζητήσει τον -ανύπαρκτο- κώδικα Parisinus lat. 12.196 (για τον οποίο κώδικα αναφέρεται στο άρθρο πως δεν έχει περιγραφεί ακόμα σε κάποιο έντυπο έτσι ώστε να καθίσταται αδύνατη η πρόσβαση σε αυτόν αν δεν μεταβεί κάποιος στο Παρίσι για να τον μελετήσει επιτόπου). Με λίγα λόγια το άρθρο προτείνει κάτι που δεν μπορεί να το ανασκευάσει ούτε ο πιο δύσπιστος.
Αντίθετα με τα παραπάνω, οι κατασκευαστές, οι έμποροι-προπαγανδιστές και οι θαμώνες των ιδεολογιών συνήθως δεν νοιάζονται για το βαθμό τεκμηρίωσης των ψευδών που κατασκευάζουν. Ξέρουν ότι ο πολύς κόσμος (στον οποίον ψαρεύουν πελάτες, ψηφοφόρους κλπ) έχει πολλά στο κεφάλι του για να ασχοληθεί με το αν η ινδοευρωπαϊκή γλωσσολογία είναι μία σιωνιστική συνωμοσία, με το αν οι Εβραίοι ετοιμάζουν την καταστροφή του Ελληνισμού και με το αν η γλώσσα μας είναι η μόνη "νοηματική" γλώσσα που την καταλαβαίνουν οι υπολογιστές. Την επιστημονική τους ένδεια την καλύπτει η απαιδευσία του κόσμου και η άκριτη αποδοχή κάθε θέσης που επιβεβαιώνει τον ιδεολογικό προσανατολισμό του. Θέλοντας να δώσω ένα ελαφρυντικό στην πλειονότητα των ανθρώπων που αποδέχονται εύκολα τέτοια ψέματα πρέπει να παραδεχτώ ότι ακόμα και για τα πιο εξώφθαλμα λάθη χρειάζεται κόπος προκειμένου να τα ανασκευάσει ο ειδικός, έστω και αν αυτός ο κόπος περιορίζεται στο ξεφύλλισμα ενός ετυμολογικού λεξικού.
Το ερώτημα που μένει να αποδειχθεί είναι αν οι Έλληνες αναγνώστες ενός "επιστημονικού" άρθρου θα υιοθετούσαν το ίδιο άκριτα μία "αντεθνική" επιστημονική έρευνα η οποία θα υποστήριζε την ...προέλευση π.χ. αρχαιοελληνικών λέξεων από τα τουρκικά. Προσωπική άποψη του γράφοντος είναι ότι οι πολλοί αρχικά θα απέρριπταν μία τέτοια μελέτη ακριβώς επειδή τα πορίσματά της δεν ενισχύουν το εθνικό φρόνημα και έπειτα θα "εκλογίκευαν" την απόρριψή τους μιλώντας για προδότες και για σκοτεινά συμφέροντα εχθρών της πατρίδας.

ΥΓ 1: Αν ύστερα από όλα αυτά έλεγα ότι πολλοί ζούνε στον κόσμο τους θα είχα άδικο;
ΥΓ 2: Πιο πάνω είπα ότι είναι πιο εύκολο να κατασκευάσεις έναν μύθο παρά να τον ανασκευάσεις. Δηλώνω τον θαυμασμό μου σε αυτόν που κατασκεύασε τον ελληνικό urban legend ότι οι μεγάλες επιχειρήσεις στις ΗΠΑ μαθαίνουν αρχαία ελληνικά στα στελέχη τους προκειμένου να αυξήσουν τις ηγετικές τους ικανότητες και ότι η ελληνική είναι η μόνη γλώσσα που καταλαβαίνουν οι υπολογιστές.
ΥΓ 3: Προτείνω να επιδοθούμε όλοι στην κατασκευή και διασπορά ψευδών ειδήσεων στο διαδίκτυο, προκειμένου να παίξουμε με τις προκαταλήψεις και τις ιδεολογικές αγκυλώσεις των πολλών. Είναι τρομερά διασκεδαστικό το να κάνει κάποιος σημαία του φανατισμού του ένα ψέμα που κατασκευάσαμε εμείς σε αντίθεση με το πόσο δύσκολο είναι το να προσπαθούμε με χίλιους κόπους να πείσουμε κάποιον ότι οι θέσεις του είναι στηριγμένες πάνω σε εσκεμμένα λάθη και προκαταλήψεις.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 13, 2005

H χρήση της λογοτεχνίας

Μια μέρα που βρισκόμουν στην Αθήνα πήγα τον συνηθισμένο μου αργόσχολο περίπατο στο βιβλιοπωλείο της Πρωτοπορίας για να χαζέψω τα βιβλία. Καθώς μπαίνεις στο βιβλιοπωλείο τέρμα αριστερά υπάρχουν τα ράφια με βιβλία ψυχολογίας και παιδαγωγικών όπου μπορείς να βρεις από επιστημονικές μελέτες, κλασικά έργα μέχρι την πιο εύπεπτη αμερικανιά στο επίπεδο της πρακτικής ψυχολογίας. Αυτά τα σαβουροβιβλία - που το μόνο πρόβλημα που λύνουν είθισται να είναι η οικονομική δυσπραγία των συγγραφέων τους – μου ασκούν ισχυρή έλξη.
Να εξηγηθώ: μετά από βασανιστικές σκέψεις για την χρησιμότητα της λογοτεχνίας στην ζωή μας και στην κοινωνία κατέληξα στο απλό συμπέρασμα ότι δεν με νοιάζει αν έχει κάποια χρησιμότητα και αξία το λογοτεχνικό κείμενο και ότι όλοι οι προβληματισμοί μου πήγαζαν από εσωτερικευμένη χρησιμοθηρία που έπρεπε να ξεφορτωθώ πάση θυσία. Διαβάζω λογοτεχνικά έργα και τα απολαμβάνω επειδή έτσι γουστάρω. Οι άλλοι που δεν διαβάζουν λογοτεχνικά βιβλία επειδή τα θεωρούν άχρηστη ασχολία κάνουν ένα σωρό άλλα άχρηστα πράγματα: εκκλησιάζονται, καπνίζουν, παίζουν λόττο, ασφαλίζουν τη ζωή τους, μεριμνούν για την άλλη ζωή, βάζουν δόσεις για κινητό τελευταίας τεχνολογίας. Ποιος είναι αυτός που θα θέσει τα όρια ανάμεσα στο χρήσιμο και στο άχρηστο;
Όλη αυτή η παλαιότερη αναζήτηση χρησιμότητας (ή αν θέλετε: νοήματος) στην λογοτεχνία μου έφαγε πολύ άσκοπο χρόνο και μου άφησε ένα κουσούρι: να κρυφοκοιτάω τις συνήθειες των ανθρώπων και των κοινωνιών στη στάση τους απέναντι στα κείμενα, λογοτεχνικά και μη: ο Κώδικας Ντα Βίντσι του Dan Brown οδήγησε κάποιους στο να προσπαθήσουν να το ανασκευάσουν σα να ήταν ιστορικό, θεολογικό βιβλίο, τα (πλαστά) Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών οδήγησαν άλλους στο να εξαπολύσουν διωγμούς κατά των Εβραίων, τα Πάθη του Νεαρού Βερθέρου δημιούργησαν κύμα αυτοκτονιών στην Ευρώπη της εποχής του Goethe, η δυστοπία του George Orwell 1984 έκανε πολλούς να την διαβάζουν σαν να ήταν το κλειδί που θα ξεκλείδωνε τα μυστικά του παρόντος και του μέλλοντός μας. Από την άλλη υπάρχουν αρκετά κείμενα που δεν γράφτηκαν με λογοτεχνικές αξιώσεις αλλά μπορούν να διαβαστούν πια μόνο σα λογοτεχνία, όπως π.χ. εγχειρίδια πρακτικής ιατρικής όπως το Tesoro della Sanita et Prattica Medicinale του Castor Durante και το De Medicina του Cornelius Celsus.

Ο κατάλογος είναι ατελείωτος και δε θέλω να μακρυγορήσω.
Το πέρασμα των κειμένων από λογοτεχνικό σε πρακτικό ρόλο και το αντίστροφο είναι συχνό και πολλές φορές δεν το αντιλαμβανόμαστε. Πολλοί κάποτε πίστεψαν ή θα πιστέψουν ότι ένα ποίημα μπορεί να κάνει ένα πρόσωπο να σε αγαπήσει (σα να ήταν μαγικό ξόρκι) και πολλοί λεηλάτησαν και λεηλατούν ποιητές και λογοτέχνες από τους στίχους και τα κείμενά τους για να προκαλέσουν έρωτα. (Για αυτές τις περιπτώσεις συνιστώ Τα Αποσπάσματα του Ερωτικού Λόγου του Ρολάν Μπαρτ.) Πολλοί χρησιμοποίησαν ένα ογκώδες λογοτεχνικό έργο για να κρατήσουν (κυριολεκτικά) μια πόρτα ανοιχτή ή για να ανάψουν (κυριολεκτικά) μια φωτιά κι αυτές πιστεύω πως είναι οι πιο γοητευτικές και απαξιωτικές χρήσεις της λογοτεχνίας.
Μία από τις πολλές πρακτικές χρήσεις της λογοτεχνίας συνάντησα εκείνη τη μέρα που πήγα στην Πρωτοπορία και στάθηκε η αφετηρία αυτού του κειμένου. Έχοντας πολύ χρόνο για σκότωμα και όρεξη για σαρκασμό πήγα κατευθείαν να περιηγηθώ στα βιβλία της πρακτικής ψυχολογίας όπου πηγαίνουν άνθρωποι και καταθέτουν τον οβολό τους πιστεύοντας ότι θα βρουν κάποια-αλήθεια-που-θα-τους-λύσει-το-πρόβλημα-που-δεν-έλυσε-η-καφετζού-ταρωμάντις. Ο πρώτος τίτλος που μου τράβηξε το ενδιαφέρον ήταν το Παρά Ένας Πενήντα Λόγοι Για Να ΜΗΝ Παντρευτείτε της Κατερίνας Παπαδημητρίου. Πρόκειται για έργο που το καταχωρίζω κατευθείαν στα Βιβλία-Για-Τα-Οποία-Καταστράφηκε-Ασκοπα-και-Αδικα-Ένα-Δάσος. Το ξεφύλλισα με την δίψα να επιβεβαιώσω το πόρισμά μου ότι τελικά είμαστε πιο ηλίθιοι κι από τα σαλιγκάρια ώσπου έφτασα σε μια σελίδα που περιείχε μία κάρτα• στη μια πλευρά διαφήμιζε ένα μπαρ και στην λευκή πλευρά είχε γραμμένο στο χέρι το ακόλουθο κείμενο:

ΘΑ ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΓΝΩΡΙΣΩ ΜΙΑ ΚΟΠΕΛΑ ΠΟΥ ΑΡΕΣΚΕΤΑΙ ΝΑ ΔΙΑΒΑΖΕΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΕΡΓΑ, ΔΙΟΤΙ, ΟΜΟΙΟΣ ΟΜΟΙΩ ΑΕΙ ΠΕΛΑΖΕΙ.
ΚΩΣΤΑΣ 69...

Αυτός ο Κώστας δεν μπήκε στον κόπο να μάθει στίχους, να αποστηθίσει κάποιο ερωτικό απόσπασμα για να συγκινούσε μία κοπέλα που να του πελάζει αλλά χρησιμοποίησε το βιβλίο περισσότερο από την υλική του πλευρά, όπως κάποιος που το χρησιμοποιεί για προσάναμμα. Έτσι έκανε πιο φανερό το σκοπό για χάρη του οποίου χρησιμοποιούσε ως μέσο τη λογοτεχνία. Ήταν μία γοητευτικά απαξιωτική χρήση που δεν είχα φανταστεί! Ελπίζω ο "Κώστας" να είχε τοποθετήσει κι άλλες κάρτες σε άλλα βιβλία γιατί την συγκεκριμένη την πήρα για το αρχείο μου, για την άγραφη μελέτη μου πάνω στις σχέσεις ανθρώπων και βιβλίων.


Κυριακή, Φεβρουαρίου 06, 2005

Ενθύμιο καλοκαιριού 2004.

Το καλοκαίρι του 2004 κολύμπησα για πρώτη φορά σε ποτάμι, κάτω από μία γέφυρα στο δρόμο που οδηγεί από το Καρπενήσι στην Μονή της Παναγιάς στον Προυσσό. Στην διαδρομή από το Καρπενήσι μέχρι λίγο πριν από το μοναστήρι ο δρόμος περνά μέσα από κομμένους βράχους και στενά περάσματα ενώ παράλληλα με το δρόμο κυλάνε τα νερά του ποταμού Καρπενησιώτη. Από τη διασταύρωση που οδηγεί στο χωριό Δερμάτι μέχρι την Μονή η διαδρομή είναι περίπου 7-8 χιλιόμετρα. Στα μισά αυτής υπάρχει μία γέφυρα ανατολικά της οποίας συναντιούνται ο Καρπενησιώτης με τον Κρικελλοπόταμο και χύνονται στον Τρικεριώτη που συνεχίζει δυτικά της γέφυρας. Δίπλα στη γέφυρα, στην κατεύθυνση προς Καρπενήσι, βρίσκεται ένας κατηφορικός χωματόδρομος που οδηγεί στην κοίτη των ποταμών. Είχα ξαναπεράσει από την περιοχή και ποτέ δεν είχα κατέβει μέχρι εκεί. Αυτή τη φορά είχα προνοήσει να έρθω σε τούτα τα ορεινά μέρη φέρνοντας ένα μαγιό μαζί και περπάτησα την κοίτη μέχρι την συμβολή των ποταμών όπου το βάθος είναι γύρω στα δυο μέτρα. Ήταν η πρώτη φορά που κολύμπησα σε γλυκό νερό και μάλιστα τόσο κρύο ώστε βγαίνοντας δεν ένιωθα τη ζέστη.
Ο χάρτης δε με βοήθησε να καταλάβω αν ο Τρικεριώτης αδειάζει τα νερά του στην τεχνητή λίμνη των Κρεμαστών ή του Ταυρωπού. Πρέπει να είναι δυο χωριστές λίμνες. Δίπλα στο όνομα του Ταυρωπού υπήρχε το όνομα Μεγδόβας σε παρένθεση, υποθέτω πως πρόκειται για το όνομα που για πολλές γενιές θα χρησιμοποιούσαν οι ντόπιοι και το οποίο κάποια ελληνική κυβέρνηση θα το άλλαξε μαζί με τις σαρωτικές μετονομασίες τοπωνυμίων στην Ελλάδα, συνοδό φαινόμενο της αλλαγής των συνειδήσεων και των ταυτοτήτων. Δεν γνωρίζω αν όλα αυτά τα τοπωνύμια που προανέφερα είναι τα ίδια με αυτά που για αιώνες χρησιμοποιούσαν οι ντόπιοι ή αν πρόκειται για εμπνεύσεις του αθηναϊκού κοντόφθαλμου εθνικού ιδεώδους. Μαζί με τόπους και οι άνθρωποι δέχτηκαν τα κύματα της ιστορίας και συχνά ναυάγησαν.
Από σύμπτωση αυτό το καλοκαίρι συνάντησα ένα ηλικιωμένο ζευγάρι που κατάγεται από τούτα τα μέρη. Μου είπαν πως κατάγονταν από την Φραγκίστα και τον Τριπόταμο και ότι αφού παντρεύτηκαν εγκαταστάθηκαν στο τελευταίο. Το 1948, ενώ ο εμφύλιος πόλεμος μαινόταν, ο εθνικός στρατός τους μάζεψε όλους και τους απομάκρυνε από την περιοχή για να μην μπορούν οι δυνάμεις του ΔΣΕ να ανεφοδιάζονται ή να στρατολογούν με τη βία άντρες. Ο προσωρινός ξεριζωμός τελείωσε το 1950 και το ζευγάρι επέστρεψε στο χωριό μέχρι το '65. Εκείνον τον καιρό, σε μια Ελλάδα που εξελισσόταν, εγκατέλειπε μαζικά την ύπαιθρο και έχτιζε μεγαλόπνοα όνειρα, αποφασίστηκε η δημιουργία του υδροηλεκτρικού φράγματος και της λίμνης των Κρεμαστών που ανέφερα πιο πάνω. Το ζευγάρι με άλλες οικογένειες (γύρω στις 60), αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν οριστικά πια τα σπίτια τους γιατί βρίσκονταν στα πεδινά που θα κάλυπτε με το νερό της η λίμνη. Με μια πενιχρή αποζημίωση των 14.000 δραχμών της εποχής για το σπίτι και των 300 δραχμών για κάθε δέντρο εξορίστηκαν για δεύτερη φορά και αφού περιπλανήθηκαν λίγα χρόνια στην επαρχία κατέληξαν και αυτοί στο χωνευτήρι της Αθήνας. Είναι μία ιστορία που σε πολλούς Έλληνες κάποιας ηλικίας θα τους θυμίζει οικεία κακά, όταν κοπαδιαστά συνέρρεαν στην Αθήνα ή διέρρεαν προς το εξωτερικό για να ξεφύγουν από τον εναγκαλισμό της ανέχειας και κουβαλούσαν πολλές πληγές και ταλαιπωρίες στις αποσκευές τους ενώ αυτό που ονομάστηκε από τους μεταγενέστερους "χρυσός ελληνικός κινηματογράφος" αποτύπωνε μόνο γραφικούς και αστείους βλάχους, θαμπωμένους από τη μεγαλούπολη και πάντοτε φορείς ξεπερασμένων και διορθωτέων αντιλήψεων.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 31, 2005

Η κάθοδος των Αλβανών

Ο πατέρας μου - απόφοιτος μόνο της πρώτης δημοτικού λόγω Κατοχής και πείνας - βρήκε ενδιαφέρον το βιβλίο του Ducellier Η Κάθοδος των Αλβανών στην Ελλάδα, 13ος-15ος αι. και το διάβαζε για κάποιες μέρες. Κάποια στιγμή πρόσεξε ότι αυτό που διάβαζε ήταν η δεύτερη επανεκτύπωση και το παρατήρησε με έκπληξη φθάνοντας στο αυθαίρετο συμπέρασμα ότι το βιβλίο έκανε επανεκτυπώσεις επειδή το αγόραζαν οι Αλβανοί. Να τον πείραξε η αγοραστική δύναμη των Αλβανών ή - πιο πιθανό - η προσπάθεια να νομιμοποιήσουν την κάθοδό τους στην Ελλάδα του 20ου αιώνα χρησιμοποιώντας το "ιστορικό δεδικασμένο" της υστεροβυζαντινής εποχής;
Ο πατέρας -τυπικός Αρβανίτης- απεχθάνεται τους Αλβανούς όπως πολλοί συμπολίτες μας κι ας τον δένει με αυτούς η γλώσσα και μία μακρινή ιστορική συγγένεια. Με εξέπληξε ο αντιαλβανικά προσανατολισμένος και αυθόρμητος τρόπος σκέψης που σε κάθε περίσταση προσπαθεί να ερμηνεύσει τα πράγματα με τρόπο που να επιβεβαιώνει τις αντιλήψεις του.

Ο τρόπος με τον οποίο είναι εγκλωβισμένος ο πατέρας μου στις ξενοφοβικές κι απλοϊκές ιδέες του με κάνει κι εμένα να φοβάμαι για τις δικές μου ιδέες μήπως τελικά είναι τα δεσμά μου κι όχι η απελευθέρωση όπως αυτάρεσκα νόμιζα.

ΥΓ: Είναι οι ιδέες μία φυλακή του νου ή είναι ο μόνος τρόπος για να υπάρξει, όπως το ψάρι πρέπει πάντα να βρίσκεται μέσα σε μια γυάλα και μέσα από αυτήν να βλέπει τον κόσμο; Συχνά όταν φτάνω σε αυτό το σημείο σκέφτομαι τον σκυλάκο μου που όταν βλέπει το λουρί του κάνει χαρές γιατί ξέρει ότι θα πάει βόλτα. Για αυτόν η σκλαβιά του λουριού είναι η ελευθερία του.

Σάββατο, Ιανουαρίου 08, 2005

Οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου...

Σάββατο 8 Γενάρη 2005.

Σήμερα ήμουν στο κέντρο της Αθήνας και είχα μαζί μου φωτογραφική μηχανή. Πέρασα κάθετα την Ομόνοια και πήγα στην Αθηνάς για να πάρω το 049 για Πειραιά. Στο πεζοδρόμιο ήταν μαζεμένος κόσμος - οι πιο πολλοί ηλικιωμένοι - υπέθεσα ότι θα ψώνιζαν από κάποιον πλανόδιο ή ότι θα χάζευαν καμιά παρτίδα "παπά". Ένας από αυτούς φώναξε σε κάποιον αστυνομικό μέσα σε υπηρεσιακό και του πε να καλέσουν ασθενοφόρο. Τότε είδα έναν γέρο ξαπλωμένο στο πεζοδρόμιο, το πρόσωπό του ήταν κίτρινο και τα μάγουλά του ρουφηγμένα, μου θύμιζε ήδη πτώμα, όπως τα έχω δει σε μερικές κηδείες.
Ο ηλικιωμένος που μίλησε στους αστυνομικούς τους είπε ότι ο γέρος ανέπνεε ακόμα. Ένιωσα την παρόρμηση να τον βγάλω φωτογραφία, μολονότι θα ήταν επικίνδυνο.
Είναι το δεύτερο περιστατικό που βλέπω, έναν άνθρωπο να σωριάζεται κάτω από την καρδιά του. Σκέφτηκα και πάλι ένα ζεστό πιάτο σε μια κουζίνα, μια σύζυγο να περιμένει τον άντρα της να γυρίσει για να φάνε το μεσημεριανό μαζί, το τηλέφωνο να χτυπάει και να είναι από το νοσοκομείο. Σκέφτηκα την αγωνία στους διαδρόμους του νοσοκομείου, τα απελπισμένα τηλέφωνα σε συγγενείς και φίλους, τους πεθαμενατζήδες που κυνηγάνε το μεροκάματο.
Είναι μία περιττή αγωνία το να σκέφτεσαι πως κάποια μέρα θα σου συμβεί και σένα να σου κόψει την καθημερινότητα μια συμφορά, να ακούσεις πως τ' αγαπημένο σου πρόσωπο δε θα γυρίσει πίσω. Δεν χρειάζεται να ανησυχούμε για κάτι που δεν είναι σίγουρο ότι θα μας συμβεί, η πιθανότητα όμως - έστω και αμυδρή - με έκανε να νιώσω μέρος της στενοχώριας. Ο όμιλος των ηλικιωμένων τριγύρω ήταν άλλο ένα καρφί, καθώς "ολόρθοι στέκονταν σιμά εις του μνήματός των τ' ανοικτόν στόμα".
Δεν έβγαλα τη φωτογραφία.
Σκέφτομαι πολλά και δεν μπορώ να τα μαζέψω να τα εκφράσω. Όλα μυρίζουν γηρατειά.


Θυμάμαι το ποίημα του Ν. Καββαδία, Πικρία:
Γέρο, σου πρέπει μοναχά το σίδερο στα πόδια,
δύο μέτρα καραβόπανο, και αριστερό τιμόνι.
Mια μέδουσα σε αντίκρισε γαλάζια και σιμώνει
κι ένας βυθός που βόσκουνε σαλάχια και χταπόδια.

Τρίτη, Ιανουαρίου 04, 2005

Το blog των 5 ευρώ.

Τούτη η καταχώριση μου κόστισε 5 ευρώ. Κατέβαινα από το σπίτι μου στη στάση του λεωφορείου και είχα ντυθεί σαν κρεμμύδι με χοντρό μπουφάν, κασκόλ, σκούφο και γάντια. Στο δρόμο, κοντά στην Πηγάδα, συνάντησα κάποιον που από το πεζοδρόμιο με ρώτησε στα γαλλικά αν μιλάω φρανσέ ή ιταλιέν. Ήταν φτωχοντυμένος. Του απάντησα ότι ξέρω λίγα ιταλικά και τον πλησίασα πρόθυμα, ήταν από τις σπάνιες ευκαιρίες να κάνω εξάσκηση ή επίδειξη τα κουτσοϊταλικά μου. Από τις πρώτες στιγμές περίμενα πιο πολύ ότι θα μου γύρευε λεφτά παρά ότι θα μου ζητούσε πληροφορίες σαν τουρίστας και επιβεβαιώθηκα όταν μου έσκασε το παραμύθι πως ήταν Ιταλός και προχτές το βράδι τον λήστεψαν δυο Ρώσοι στο Πασαλιμάνι, του τα είχανε πάρει όλα, τα ρούχα, τα λεφτά, τα έγγραφα και όταν πήγε στην Πρεσβεία - ακολουθώντας μία σκηνική οικονομία - έλειπε ο πρόξενος σε συνέδριο στην Θεσσαλονίκη αλλά αυτός δεν είχε λεφτά ούτε για να φάει.
Συνήθως δεν χάφτω τις παραμύθες των ζητιάνων αλλά όσο μου έλεγε «τα κάλαντα» είχα αποφασίσει να του δώσω το μοναδικό χαρτονόμισμα, ένα πεντάευρο, που είχα μαζί. Με τούμπαρε.
Η αμυδρή υποψία αλκοόλ, τα τριμμένα ρούχα του και τα δόντια που έλειπαν από το στόμα του οδηγούσαν χωρίς κάποιο λογικό ειρμό στη σκέψη ότι είναι καιρό στο δρόμο – αν και αυτό δεν με ενδιαφέρει. Η μόνη απορία που μου δημιουργήθηκε κάμποσο αργότερα είναι το πώς καταφέρνει και βγάζει αρκετά ζητιανεύοντας στα ιταλικά και στα γαλλικά. ίσως θα επιστρατεύει κάποια νοηματική για τους άλλους.

ΥΓ 1: Στην περίπτωσή μου η τετριμμένη αξιωματική φράση «μάθε ξένες γλώσσες γιατί θα σου χρειαστούν» δεν επιβεβαιώθηκε.
ΥΓ 2: Θα πω την ιστορία στην καθηγήτριά μου των Ιταλικών για να αναπροσαρμόσει τα δίδακτρά της.