Δευτέρα, Ιανουαρίου 31, 2005

Η κάθοδος των Αλβανών

Ο πατέρας μου - απόφοιτος μόνο της πρώτης δημοτικού λόγω Κατοχής και πείνας - βρήκε ενδιαφέρον το βιβλίο του Ducellier Η Κάθοδος των Αλβανών στην Ελλάδα, 13ος-15ος αι. και το διάβαζε για κάποιες μέρες. Κάποια στιγμή πρόσεξε ότι αυτό που διάβαζε ήταν η δεύτερη επανεκτύπωση και το παρατήρησε με έκπληξη φθάνοντας στο αυθαίρετο συμπέρασμα ότι το βιβλίο έκανε επανεκτυπώσεις επειδή το αγόραζαν οι Αλβανοί. Να τον πείραξε η αγοραστική δύναμη των Αλβανών ή - πιο πιθανό - η προσπάθεια να νομιμοποιήσουν την κάθοδό τους στην Ελλάδα του 20ου αιώνα χρησιμοποιώντας το "ιστορικό δεδικασμένο" της υστεροβυζαντινής εποχής;
Ο πατέρας -τυπικός Αρβανίτης- απεχθάνεται τους Αλβανούς όπως πολλοί συμπολίτες μας κι ας τον δένει με αυτούς η γλώσσα και μία μακρινή ιστορική συγγένεια. Με εξέπληξε ο αντιαλβανικά προσανατολισμένος και αυθόρμητος τρόπος σκέψης που σε κάθε περίσταση προσπαθεί να ερμηνεύσει τα πράγματα με τρόπο που να επιβεβαιώνει τις αντιλήψεις του.

Ο τρόπος με τον οποίο είναι εγκλωβισμένος ο πατέρας μου στις ξενοφοβικές κι απλοϊκές ιδέες του με κάνει κι εμένα να φοβάμαι για τις δικές μου ιδέες μήπως τελικά είναι τα δεσμά μου κι όχι η απελευθέρωση όπως αυτάρεσκα νόμιζα.

ΥΓ: Είναι οι ιδέες μία φυλακή του νου ή είναι ο μόνος τρόπος για να υπάρξει, όπως το ψάρι πρέπει πάντα να βρίσκεται μέσα σε μια γυάλα και μέσα από αυτήν να βλέπει τον κόσμο; Συχνά όταν φτάνω σε αυτό το σημείο σκέφτομαι τον σκυλάκο μου που όταν βλέπει το λουρί του κάνει χαρές γιατί ξέρει ότι θα πάει βόλτα. Για αυτόν η σκλαβιά του λουριού είναι η ελευθερία του.

Σάββατο, Ιανουαρίου 08, 2005

Οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου...

Σάββατο 8 Γενάρη 2005.

Σήμερα ήμουν στο κέντρο της Αθήνας και είχα μαζί μου φωτογραφική μηχανή. Πέρασα κάθετα την Ομόνοια και πήγα στην Αθηνάς για να πάρω το 049 για Πειραιά. Στο πεζοδρόμιο ήταν μαζεμένος κόσμος - οι πιο πολλοί ηλικιωμένοι - υπέθεσα ότι θα ψώνιζαν από κάποιον πλανόδιο ή ότι θα χάζευαν καμιά παρτίδα "παπά". Ένας από αυτούς φώναξε σε κάποιον αστυνομικό μέσα σε υπηρεσιακό και του πε να καλέσουν ασθενοφόρο. Τότε είδα έναν γέρο ξαπλωμένο στο πεζοδρόμιο, το πρόσωπό του ήταν κίτρινο και τα μάγουλά του ρουφηγμένα, μου θύμιζε ήδη πτώμα, όπως τα έχω δει σε μερικές κηδείες.
Ο ηλικιωμένος που μίλησε στους αστυνομικούς τους είπε ότι ο γέρος ανέπνεε ακόμα. Ένιωσα την παρόρμηση να τον βγάλω φωτογραφία, μολονότι θα ήταν επικίνδυνο.
Είναι το δεύτερο περιστατικό που βλέπω, έναν άνθρωπο να σωριάζεται κάτω από την καρδιά του. Σκέφτηκα και πάλι ένα ζεστό πιάτο σε μια κουζίνα, μια σύζυγο να περιμένει τον άντρα της να γυρίσει για να φάνε το μεσημεριανό μαζί, το τηλέφωνο να χτυπάει και να είναι από το νοσοκομείο. Σκέφτηκα την αγωνία στους διαδρόμους του νοσοκομείου, τα απελπισμένα τηλέφωνα σε συγγενείς και φίλους, τους πεθαμενατζήδες που κυνηγάνε το μεροκάματο.
Είναι μία περιττή αγωνία το να σκέφτεσαι πως κάποια μέρα θα σου συμβεί και σένα να σου κόψει την καθημερινότητα μια συμφορά, να ακούσεις πως τ' αγαπημένο σου πρόσωπο δε θα γυρίσει πίσω. Δεν χρειάζεται να ανησυχούμε για κάτι που δεν είναι σίγουρο ότι θα μας συμβεί, η πιθανότητα όμως - έστω και αμυδρή - με έκανε να νιώσω μέρος της στενοχώριας. Ο όμιλος των ηλικιωμένων τριγύρω ήταν άλλο ένα καρφί, καθώς "ολόρθοι στέκονταν σιμά εις του μνήματός των τ' ανοικτόν στόμα".
Δεν έβγαλα τη φωτογραφία.
Σκέφτομαι πολλά και δεν μπορώ να τα μαζέψω να τα εκφράσω. Όλα μυρίζουν γηρατειά.


Θυμάμαι το ποίημα του Ν. Καββαδία, Πικρία:
Γέρο, σου πρέπει μοναχά το σίδερο στα πόδια,
δύο μέτρα καραβόπανο, και αριστερό τιμόνι.
Mια μέδουσα σε αντίκρισε γαλάζια και σιμώνει
κι ένας βυθός που βόσκουνε σαλάχια και χταπόδια.

Τρίτη, Ιανουαρίου 04, 2005

Το blog των 5 ευρώ.

Τούτη η καταχώριση μου κόστισε 5 ευρώ. Κατέβαινα από το σπίτι μου στη στάση του λεωφορείου και είχα ντυθεί σαν κρεμμύδι με χοντρό μπουφάν, κασκόλ, σκούφο και γάντια. Στο δρόμο, κοντά στην Πηγάδα, συνάντησα κάποιον που από το πεζοδρόμιο με ρώτησε στα γαλλικά αν μιλάω φρανσέ ή ιταλιέν. Ήταν φτωχοντυμένος. Του απάντησα ότι ξέρω λίγα ιταλικά και τον πλησίασα πρόθυμα, ήταν από τις σπάνιες ευκαιρίες να κάνω εξάσκηση ή επίδειξη τα κουτσοϊταλικά μου. Από τις πρώτες στιγμές περίμενα πιο πολύ ότι θα μου γύρευε λεφτά παρά ότι θα μου ζητούσε πληροφορίες σαν τουρίστας και επιβεβαιώθηκα όταν μου έσκασε το παραμύθι πως ήταν Ιταλός και προχτές το βράδι τον λήστεψαν δυο Ρώσοι στο Πασαλιμάνι, του τα είχανε πάρει όλα, τα ρούχα, τα λεφτά, τα έγγραφα και όταν πήγε στην Πρεσβεία - ακολουθώντας μία σκηνική οικονομία - έλειπε ο πρόξενος σε συνέδριο στην Θεσσαλονίκη αλλά αυτός δεν είχε λεφτά ούτε για να φάει.
Συνήθως δεν χάφτω τις παραμύθες των ζητιάνων αλλά όσο μου έλεγε «τα κάλαντα» είχα αποφασίσει να του δώσω το μοναδικό χαρτονόμισμα, ένα πεντάευρο, που είχα μαζί. Με τούμπαρε.
Η αμυδρή υποψία αλκοόλ, τα τριμμένα ρούχα του και τα δόντια που έλειπαν από το στόμα του οδηγούσαν χωρίς κάποιο λογικό ειρμό στη σκέψη ότι είναι καιρό στο δρόμο – αν και αυτό δεν με ενδιαφέρει. Η μόνη απορία που μου δημιουργήθηκε κάμποσο αργότερα είναι το πώς καταφέρνει και βγάζει αρκετά ζητιανεύοντας στα ιταλικά και στα γαλλικά. ίσως θα επιστρατεύει κάποια νοηματική για τους άλλους.

ΥΓ 1: Στην περίπτωσή μου η τετριμμένη αξιωματική φράση «μάθε ξένες γλώσσες γιατί θα σου χρειαστούν» δεν επιβεβαιώθηκε.
ΥΓ 2: Θα πω την ιστορία στην καθηγήτριά μου των Ιταλικών για να αναπροσαρμόσει τα δίδακτρά της.