Κυριακή, Φεβρουαρίου 27, 2005

Βέτεμ Γκρεκ

-Η αστική κοινωνία αυτοθαυμάζεται. Ο Δολοφόνος, ο Πούστης, ο Κλέφτης, η
Πουτάνα, σπάνε τον καθρέφτη.
Ηλίας Πετρόπουλος – Εγχειρίδιον του Καλού Κλέφτη.

Διαβάζω στον Κουκουλέ ότι στο Βυζάντιο λέγανε Χαλδαίους τους μάγους και μια γριά Πολίτισσα μου είχε πει ότι στην Πόλη οι πορτιέρηδες λέγονταν Χαρβάτες (εκ του Hrvatski) επειδή ήσαν κροατικής καταγωγής. Και σήμερα στην Ελλάδα υπάρχει ένα επάγγελμα για κάθε μετανάστη: στα φανάρια οι μικροπωλητές είναι κυρίως πακιστανοί, τα σιντί μαϊμούδες τα σπρώχνουν στις καφετέριες οι μαύροι, στις οικοδομές συνήθως βρίσκεις Αλβανούς (παλιότερα Πολωνούς) και οι Ρωσίδες, Ουκρανές και γενικότερα ανατολικοευρωπαίες συντρόφισες γίνονται πουτάνες.
Πόλη και επαρχία έχουνε γεμίσει από σκλάβες σωματεμπόρων που τους προστατεύει ένα δίκτυο συνενοχής και εξαγοράς. Στα περισσότερα χωριά βρίσκεις κωλόμπαρα, ευτελείς κατασκευές – συνήθως λυόμενα – με παράταιρα εξωτικά ονόματα όπου συναντά ο πορνοπελάτης το εμπόρευμα και το καταναλώνει. Στις πόλεις οι τρόποι επαφής είναι ποικίλοι: ινστιτούτα μασάζ με αρνητικό ισολογισμό που έγιναν επικερδείς επιχειρήσεις χάρη στα πορνοέσοδα, πεζοδρόμιο, οίκοι ανοχής, κωλόμπαρα, βίζιτες. Γύρω στις ογδόντα χιλιάδες είναι τα θύματα (αλλοδαπές στο σύνολο) της αναγκαστικής πορνείας την δεκαετία 1990 – 2000.
Η παλιά ελληνίδα εκδιδομένη και ο αγαπητικός – νταβατζής υποχώρησαν μπροστά στα κοπάδια που έφεραν οι σωματέμποροι, γυναίκες που με ξύλο, βιασμούς και απειλές εκπορνεύτηκαν και απειλήθηκαν αποτελεσματικά ώστε να δουλεύουν στα όρια της αντοχής τους και να δέχονται ελάχιστο μέρος από τα πορνικά έσοδα. Μερικές γλίτωσαν με το να αυτοτραυματιστούν και έπειτα να καταγγείλουν την εκμετάλλευσή τους, χωρίς αυτό να εξασφαλίζει ότι θα τιμωρηθεί κανείς. Το ευρύ δίκτυο συνενοχής, η διαφθορά, η νωθρή δικαιοσύνη αφήνουν πολλούς ατιμώρητους κι όταν μια καταγγελία φτάνει στo δικαστήριο η κατάθεση μιας αλλοδαπής είναι κάτι το πολύ υποκειμενικό.
Είχα μια ρωσίδα συμφοιτήτρια κι όταν το ανέφερα κάποτε προκάλεσα πονηρά γελάκια και σχόλια. Η προκατάληψη έχει γίνει δεύτερο πετσί της σκέψης μας, αντανακλαστικό που φαίνεται ακόμα και όταν αβίαστα λέμε «ξέρω έναν Αλβανό αλλά είναι καλό παιδί». Σε μερικούς καράβλαχους η αγοραστική τους δύναμη επί των αλλοδαπών αιδοίων προκαλεί κι άλλη ηδονή, την απόδειξη της ανωτερότητος του καπιταλισμού, την ευκαιρία να ασελγήσουν επί του πτώματος του πάλαι ποτέ υπαρκτού σοσιαλισμού λες και ξέχασαν τότε που ελληνίδες πόρνες πηδιόντουσαν όρθιες στα Σϊδερα στον Πειραιά ή όταν σκάγανε στο λιμάνι στην Τρούμπα εκατοντάδες – πρωτευουσιάνες και επαρχιώτισες – για να συμπληρώσουν το εισόδημά τους ικανοποιώντας τις ανάγκες του αμερικάνικου στόλου κι ακόμα πιο παλιά, ξεχάσανε που μετά το 1922 και την προσφυγιά οι σωματέμποροι έκαναν χρυσές δουλειές με τις προσφυγοπούλες που τάχαμου τους υπόσχονταν δουλειά και έξοδο από την εξαθλίωση ενώ στην πραγματικότητα τις πούλαγαν στους οίκους ανοχής της Μασσαλίας, της Αλεξάνδρειας, του Πορτ Σάιντ και της Βηρυττού.
Οι αλλοδαπές που δεν έχουν πέσει στην πορνεία είναι ένοχες κι αυτές για τις ντόπιες γυναίκες με την κατηγορία ότι «κλέβουν τους άντρες». Βγαίνουν στην τηλεόραση με το δριμύ «κατηγορώ» τους κάτι γριές που ο γέρος (κι όλα του τα λεφτά μαζί) τις εγκατέλειψαν για μια καπάτσα και πιο νέα. Και πάλι φταίει η αλλοδαπή: ο έλληνας σύζυγος είναι το έπιπλο, το χρηματοκιβώτιο, το άβουλο αντικείμενο τελοσπάντων το οποίο εκλάπη. Δεν είναι η πρώτη ιστορική συγκυρία που συνέβη αυτό το γεγονός. Ο Ασημάκης Πανσέληνος στο Τότε Που Ζούσαμε λέει:

Όταν κατόπι, στα 1922, η κουτάλα της ιστορίας ξανάδειασε, σ’ ολάκερην την Ελλάδα, όλους πια τους Μικρασιάτες (και τις Σμυρνιές), διάτορη ακούστηκε η φωνή «μας παίρνουν τους άντρες μας» σα να ήταν η χώρα καντίνα που είχε υποχρέωση να φουρνίρει άντρες, μοναχά στις ντόπιες γυναίκες.



Σ’ αυτήν την ιστορία έχει δίκιο η παροιμία που λέει: «σκυλί που γαβγίζει δεν δαγκώνει». Γαβγίζουν οι ντόπιες ότι οι αλλοδαπές γυναίκες τους τρώνε τους άντρες, γαβγίζουν κι οι ιδιοκτήτες ακινήτων κοντά σε οίκους ανοχής για λόγους ηθικής δήθεν αλλά στην πραγματικότητα επειδή τα μπουρδέλα ρίχνουν την αξία των ακινήτων, ωστόσο παρά την γκρίνια κανείς δεν τους διώχνει.
(Μέσα σε όλην αυτήν την αναμπουμπούλα, ο κόσμος χάνεται κι η πουτάνα λούζεται, η κοινωνία δηλαδή και η διανόηση που μόλις πληροφορήθηκαν ότι το σπίτι του Αλ. Σβώλου στη Φυλής λειτουργούσε ως πολυδύναμος οίκος ανοχής ρίγη φρίκης διέτρεξαν το κορμί τους και ξεσηκωθήκανε. Το κλείσανε το μπουρδέλο αγνοώντας ασφαλώς ότι η απαγόρευση οίκων ανοχής σε πολυκατοικίες στρέφει τους σωματεμπόρους σε παλιά σπίτια τα οποία συντηρούν και σώζουν από την κατεδάφιση και την αντιπαροχή.)
Τουλάχιστον παρόλα τα δεινά που συσσώρευσαν στον Ελληνισμό οι μετανάστες, υπάρχουν ακόμη μερικά οχυρά που αμύνονται δυνατά και ελληνικά. Τη σημαία μας δεν την δίνουμε στους Αλβανούς – κι αν μερικές φορές την σηκώνουν μετανάστες, υπάρχουν φωνές που το καταδικάζουν αυτό. Απαραβίαστα ελληνικό είναι το παράδειγμα των μπουρδέλων μας, όπου ρητά απαγορεύονται οι αλλοδαποί πελάτες και το πολύ που μπορεί να κάνει ο Αλβανός είναι μια μπουρδελότσαρκα. Πρόκειται για μία προφορική απαγόρευση που έχει τουλάχιστον μία φορά αποτυπωθεί σε μια δίγλωσση – στ’ αλβανικά (Vetem Grek) και αγγλικά (Only Greek) - ταμπέλα πάνω από την είσοδο ενός ημιυπόγειου μπουρδέλου σε μια οδό κάθετη στην Φυλής. Τη σημαία και την πουτάνα δεν την δίνουμε σε αλλόφυλους.

ΥΓ. 1: Όλα όσα περιγράφονται παραπάνω είναι καθαρή φαντασία, οποιαδήποτε ομοιότης με εποχές, καταστάσεις ή πρόσωπα είναι εντελώς συμπτωματική.
ΥΓ. 2: Σε αυτόν τον ρατσιστικό διαχωρισμό σε βάρος των μεταναστών μπορούν οι κουλτουριαρέοι να απαιτήσουν οι πόρνες να δέχονται και αλλοδαπούς. Οι εθνικισταί μπορούν να ωρύονται ότι Έλληνας γεννιέσαι, δε γίνεσαι.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 20, 2005

Διασπορά ψευδών ειδήσεων.

Δεν θυμάμαι πια τι μου γέννησε την ιδέα να κατασκευάσω ένα κείμενο λογοτεχνικό που θα μοιάζει με επιστημονικό (η αντίθεση παίζει μόνο στα επίπεδα -χρηστικό και +χρηστικό αντιστοίχως). Ήθελα να αποδείξω κάτι που το ήξερα με την πείρα μου και που με λίγα λόγια συνοψίζεται στην προβληματική –ούτως ή άλλως- φράση: κρίνουμε βασιζόμενοι περισσότερο στις επιθυμίες μας παρά στην πραγματικότητα.
Χαρακτήρισα την παραπάνω φράση προβληματική επειδή για έναν σκεπτικιστή όπως εγώ είναι αδύνατη η αντικειμενική πραγματικότητα• αυτή η ελαστικότητα με φέρνει αντιμέτωπο με τους σημαιοφόρους διαφόρων ιδεοληψιών –πολιτικών, εθνικών και θρησκευτικών κυρίως- που ζουν υπακούοντας μάλλον στο εθνικό ή θρησκευτικό φαντασιακό τους παρά στην δυσπρόσιτη –για έναν άνθρωπο- πραγματικότητα και είναι έτοιμοι να κλωτσήσουν στο γκρεμό της υποκειμενικότητας ό,τι αντιβαίνει στην ιδεολογία που λατρεύουν.
-Τι είναι πραγματικότητα; θα με ρωτήσει ο κάθε φανατικός που πρόθυμα πιστεύει ό,τι του λέει ο κάθε χριστέμπορος, εθνοποιμένας, παλιοφυλλάδα υπό τον όρο ότι αυτό που λέει επιβεβαιώνει την ιδεοληψία - ασχέτως αν τεκμηριώνεται ή όχι.
Σε αυτήν την ερώτηση δεν μπορώ να απαντήσω, δεν ήμουνα ποτέ καλός με τους ορισμούς.
Κάπου εκεί - στην αναζήτηση αλήθειας και ψέμματος - γεννήθηκε ο Σοφοκλής Καλλιμάνης και το κείμενό του το οποίο μπορείτε να διαβάσετε στην ιστοσελίδα του στον Pathfinder. Ο Σοφοκλής Καλλιμάνης δεν είναι ένα τυχαίο ψευδώνυμο αλλά επινοήθηκε προκειμένου το αρκτικόλεξο του ονόματός του (so-kal) να θυμίσει την Υπόθεση Σοκάλ και να υπονομεύσει το κύρος των κειμένων της ιστοσελίδας με ένα σαφές υπονοούμενο. Ακόμα και αυτό δεν στάθηκε αρκετό.
Ο Σοφοκλής Καλλιμάνης παρουσιάστηκε το καλοκαίρι του 2004 στο διαδίκτυο ισχυριζόμενος ότι έχει ανακαλύψει έναν κώδικα του 13ου αιώνα όπου αποδεικνύεται ότι η αγγλική λέξη draft είναι ελληνική! Στο άρθρο του έδινε ένα ρεσιτάλ πατριωτισμού, τονίζοντας την πολιτιστική επιρροή της ελληνικής στις σύγχρονες γλώσσες και υποστηρίζοντας την ξενηλασία των δανείων λέξεων και την αντικατάστασή τους από "ωραιότατες και ελληνικότατες" λέξεις. Στη συνέχεια του άρθρου μιλούσε για τον τρόπο με τον οποίο "απέδειξε" ότι άλλη μια αγγλική λέξη είχε ελληνικές ρίζες.
Το κείμενο είχε αρνητικά στοιχεία: ήταν μεγάλο, εξαντλητικό και δεν είχε μία "καυτή" είδηση να προσφέρει (όπως ο γνωστός τηλεπλασιέ εθνικωφελών βιβλίων που παρουσίασε ...ούφο με ...ελληνική επιγραφή). Παρά τα αρνητικά του στοιχεία το κείμενο είχε μία ορισμένη απήχηση: το ανέβασαν στις σελίδες τους ο Μετανάστης, το Ελληνικό Βήμα και το Greek Portal. Ήταν αρκετά πατριωτικό ώστε να βρει αναγνώστες πρόθυμους να το πιστέψουν.
Ο Σοφοκλής Καλλιμάνης γεννήθηκε μόνο και μόνο για να αποδείξει δύο πράγματα, ότι αφενός οι άνθρωποι πιστεύουν πιο εύκολα κάτι αν συμβαδίζει με την ιδεολογία τους (πράγμα που γίνεται ιδιαίτερα επικίνδυνο όταν κάποιος απαιτεί τα πάντα να συμμορφώνονται με το φανατισμό του) και αφετέρου ότι το να ανασκευάσεις ένα ψέμα είναι πιο δύσκολο από το να το κατασκευάσεις. Την τελευταία θέση οφείλω να τη σχολιάσω λίγο παραπάνω: για την ιστορία πρέπει να τονίσω ότι ούτε ο κώδικας που αναφέρεται στο άρθρο του Καλλιμάνη υπάρχει, ούτε ο βυζαντινός λόγιος Μανουήλ Φυρλίγγος υπήρξε (εκτός πια κι αν μιλάμε για διαβολική σύμπτωση) ούτε ο Άνσελμος του Κλαιρβώ. Ποιος μπορεί να τα αποδείξει αυτά; Το ότι δεν βρίσκονται στην εγκυκλοπαίδεια δεν αποδεικνύει πως δεν υπάρχουν και έτσι η μόνη λύση για να αποδείξει κανείς ότι δεν είναι σωστή η προτεινόμενη ετυμολογία είναι να πάει στην Εθνική Βιβλιοθήκη του Παρισιού και να ζητήσει τον -ανύπαρκτο- κώδικα Parisinus lat. 12.196 (για τον οποίο κώδικα αναφέρεται στο άρθρο πως δεν έχει περιγραφεί ακόμα σε κάποιο έντυπο έτσι ώστε να καθίσταται αδύνατη η πρόσβαση σε αυτόν αν δεν μεταβεί κάποιος στο Παρίσι για να τον μελετήσει επιτόπου). Με λίγα λόγια το άρθρο προτείνει κάτι που δεν μπορεί να το ανασκευάσει ούτε ο πιο δύσπιστος.
Αντίθετα με τα παραπάνω, οι κατασκευαστές, οι έμποροι-προπαγανδιστές και οι θαμώνες των ιδεολογιών συνήθως δεν νοιάζονται για το βαθμό τεκμηρίωσης των ψευδών που κατασκευάζουν. Ξέρουν ότι ο πολύς κόσμος (στον οποίον ψαρεύουν πελάτες, ψηφοφόρους κλπ) έχει πολλά στο κεφάλι του για να ασχοληθεί με το αν η ινδοευρωπαϊκή γλωσσολογία είναι μία σιωνιστική συνωμοσία, με το αν οι Εβραίοι ετοιμάζουν την καταστροφή του Ελληνισμού και με το αν η γλώσσα μας είναι η μόνη "νοηματική" γλώσσα που την καταλαβαίνουν οι υπολογιστές. Την επιστημονική τους ένδεια την καλύπτει η απαιδευσία του κόσμου και η άκριτη αποδοχή κάθε θέσης που επιβεβαιώνει τον ιδεολογικό προσανατολισμό του. Θέλοντας να δώσω ένα ελαφρυντικό στην πλειονότητα των ανθρώπων που αποδέχονται εύκολα τέτοια ψέματα πρέπει να παραδεχτώ ότι ακόμα και για τα πιο εξώφθαλμα λάθη χρειάζεται κόπος προκειμένου να τα ανασκευάσει ο ειδικός, έστω και αν αυτός ο κόπος περιορίζεται στο ξεφύλλισμα ενός ετυμολογικού λεξικού.
Το ερώτημα που μένει να αποδειχθεί είναι αν οι Έλληνες αναγνώστες ενός "επιστημονικού" άρθρου θα υιοθετούσαν το ίδιο άκριτα μία "αντεθνική" επιστημονική έρευνα η οποία θα υποστήριζε την ...προέλευση π.χ. αρχαιοελληνικών λέξεων από τα τουρκικά. Προσωπική άποψη του γράφοντος είναι ότι οι πολλοί αρχικά θα απέρριπταν μία τέτοια μελέτη ακριβώς επειδή τα πορίσματά της δεν ενισχύουν το εθνικό φρόνημα και έπειτα θα "εκλογίκευαν" την απόρριψή τους μιλώντας για προδότες και για σκοτεινά συμφέροντα εχθρών της πατρίδας.

ΥΓ 1: Αν ύστερα από όλα αυτά έλεγα ότι πολλοί ζούνε στον κόσμο τους θα είχα άδικο;
ΥΓ 2: Πιο πάνω είπα ότι είναι πιο εύκολο να κατασκευάσεις έναν μύθο παρά να τον ανασκευάσεις. Δηλώνω τον θαυμασμό μου σε αυτόν που κατασκεύασε τον ελληνικό urban legend ότι οι μεγάλες επιχειρήσεις στις ΗΠΑ μαθαίνουν αρχαία ελληνικά στα στελέχη τους προκειμένου να αυξήσουν τις ηγετικές τους ικανότητες και ότι η ελληνική είναι η μόνη γλώσσα που καταλαβαίνουν οι υπολογιστές.
ΥΓ 3: Προτείνω να επιδοθούμε όλοι στην κατασκευή και διασπορά ψευδών ειδήσεων στο διαδίκτυο, προκειμένου να παίξουμε με τις προκαταλήψεις και τις ιδεολογικές αγκυλώσεις των πολλών. Είναι τρομερά διασκεδαστικό το να κάνει κάποιος σημαία του φανατισμού του ένα ψέμα που κατασκευάσαμε εμείς σε αντίθεση με το πόσο δύσκολο είναι το να προσπαθούμε με χίλιους κόπους να πείσουμε κάποιον ότι οι θέσεις του είναι στηριγμένες πάνω σε εσκεμμένα λάθη και προκαταλήψεις.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 13, 2005

H χρήση της λογοτεχνίας

Μια μέρα που βρισκόμουν στην Αθήνα πήγα τον συνηθισμένο μου αργόσχολο περίπατο στο βιβλιοπωλείο της Πρωτοπορίας για να χαζέψω τα βιβλία. Καθώς μπαίνεις στο βιβλιοπωλείο τέρμα αριστερά υπάρχουν τα ράφια με βιβλία ψυχολογίας και παιδαγωγικών όπου μπορείς να βρεις από επιστημονικές μελέτες, κλασικά έργα μέχρι την πιο εύπεπτη αμερικανιά στο επίπεδο της πρακτικής ψυχολογίας. Αυτά τα σαβουροβιβλία - που το μόνο πρόβλημα που λύνουν είθισται να είναι η οικονομική δυσπραγία των συγγραφέων τους – μου ασκούν ισχυρή έλξη.
Να εξηγηθώ: μετά από βασανιστικές σκέψεις για την χρησιμότητα της λογοτεχνίας στην ζωή μας και στην κοινωνία κατέληξα στο απλό συμπέρασμα ότι δεν με νοιάζει αν έχει κάποια χρησιμότητα και αξία το λογοτεχνικό κείμενο και ότι όλοι οι προβληματισμοί μου πήγαζαν από εσωτερικευμένη χρησιμοθηρία που έπρεπε να ξεφορτωθώ πάση θυσία. Διαβάζω λογοτεχνικά έργα και τα απολαμβάνω επειδή έτσι γουστάρω. Οι άλλοι που δεν διαβάζουν λογοτεχνικά βιβλία επειδή τα θεωρούν άχρηστη ασχολία κάνουν ένα σωρό άλλα άχρηστα πράγματα: εκκλησιάζονται, καπνίζουν, παίζουν λόττο, ασφαλίζουν τη ζωή τους, μεριμνούν για την άλλη ζωή, βάζουν δόσεις για κινητό τελευταίας τεχνολογίας. Ποιος είναι αυτός που θα θέσει τα όρια ανάμεσα στο χρήσιμο και στο άχρηστο;
Όλη αυτή η παλαιότερη αναζήτηση χρησιμότητας (ή αν θέλετε: νοήματος) στην λογοτεχνία μου έφαγε πολύ άσκοπο χρόνο και μου άφησε ένα κουσούρι: να κρυφοκοιτάω τις συνήθειες των ανθρώπων και των κοινωνιών στη στάση τους απέναντι στα κείμενα, λογοτεχνικά και μη: ο Κώδικας Ντα Βίντσι του Dan Brown οδήγησε κάποιους στο να προσπαθήσουν να το ανασκευάσουν σα να ήταν ιστορικό, θεολογικό βιβλίο, τα (πλαστά) Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών οδήγησαν άλλους στο να εξαπολύσουν διωγμούς κατά των Εβραίων, τα Πάθη του Νεαρού Βερθέρου δημιούργησαν κύμα αυτοκτονιών στην Ευρώπη της εποχής του Goethe, η δυστοπία του George Orwell 1984 έκανε πολλούς να την διαβάζουν σαν να ήταν το κλειδί που θα ξεκλείδωνε τα μυστικά του παρόντος και του μέλλοντός μας. Από την άλλη υπάρχουν αρκετά κείμενα που δεν γράφτηκαν με λογοτεχνικές αξιώσεις αλλά μπορούν να διαβαστούν πια μόνο σα λογοτεχνία, όπως π.χ. εγχειρίδια πρακτικής ιατρικής όπως το Tesoro della Sanita et Prattica Medicinale του Castor Durante και το De Medicina του Cornelius Celsus.

Ο κατάλογος είναι ατελείωτος και δε θέλω να μακρυγορήσω.
Το πέρασμα των κειμένων από λογοτεχνικό σε πρακτικό ρόλο και το αντίστροφο είναι συχνό και πολλές φορές δεν το αντιλαμβανόμαστε. Πολλοί κάποτε πίστεψαν ή θα πιστέψουν ότι ένα ποίημα μπορεί να κάνει ένα πρόσωπο να σε αγαπήσει (σα να ήταν μαγικό ξόρκι) και πολλοί λεηλάτησαν και λεηλατούν ποιητές και λογοτέχνες από τους στίχους και τα κείμενά τους για να προκαλέσουν έρωτα. (Για αυτές τις περιπτώσεις συνιστώ Τα Αποσπάσματα του Ερωτικού Λόγου του Ρολάν Μπαρτ.) Πολλοί χρησιμοποίησαν ένα ογκώδες λογοτεχνικό έργο για να κρατήσουν (κυριολεκτικά) μια πόρτα ανοιχτή ή για να ανάψουν (κυριολεκτικά) μια φωτιά κι αυτές πιστεύω πως είναι οι πιο γοητευτικές και απαξιωτικές χρήσεις της λογοτεχνίας.
Μία από τις πολλές πρακτικές χρήσεις της λογοτεχνίας συνάντησα εκείνη τη μέρα που πήγα στην Πρωτοπορία και στάθηκε η αφετηρία αυτού του κειμένου. Έχοντας πολύ χρόνο για σκότωμα και όρεξη για σαρκασμό πήγα κατευθείαν να περιηγηθώ στα βιβλία της πρακτικής ψυχολογίας όπου πηγαίνουν άνθρωποι και καταθέτουν τον οβολό τους πιστεύοντας ότι θα βρουν κάποια-αλήθεια-που-θα-τους-λύσει-το-πρόβλημα-που-δεν-έλυσε-η-καφετζού-ταρωμάντις. Ο πρώτος τίτλος που μου τράβηξε το ενδιαφέρον ήταν το Παρά Ένας Πενήντα Λόγοι Για Να ΜΗΝ Παντρευτείτε της Κατερίνας Παπαδημητρίου. Πρόκειται για έργο που το καταχωρίζω κατευθείαν στα Βιβλία-Για-Τα-Οποία-Καταστράφηκε-Ασκοπα-και-Αδικα-Ένα-Δάσος. Το ξεφύλλισα με την δίψα να επιβεβαιώσω το πόρισμά μου ότι τελικά είμαστε πιο ηλίθιοι κι από τα σαλιγκάρια ώσπου έφτασα σε μια σελίδα που περιείχε μία κάρτα• στη μια πλευρά διαφήμιζε ένα μπαρ και στην λευκή πλευρά είχε γραμμένο στο χέρι το ακόλουθο κείμενο:

ΘΑ ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΓΝΩΡΙΣΩ ΜΙΑ ΚΟΠΕΛΑ ΠΟΥ ΑΡΕΣΚΕΤΑΙ ΝΑ ΔΙΑΒΑΖΕΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΕΡΓΑ, ΔΙΟΤΙ, ΟΜΟΙΟΣ ΟΜΟΙΩ ΑΕΙ ΠΕΛΑΖΕΙ.
ΚΩΣΤΑΣ 69...

Αυτός ο Κώστας δεν μπήκε στον κόπο να μάθει στίχους, να αποστηθίσει κάποιο ερωτικό απόσπασμα για να συγκινούσε μία κοπέλα που να του πελάζει αλλά χρησιμοποίησε το βιβλίο περισσότερο από την υλική του πλευρά, όπως κάποιος που το χρησιμοποιεί για προσάναμμα. Έτσι έκανε πιο φανερό το σκοπό για χάρη του οποίου χρησιμοποιούσε ως μέσο τη λογοτεχνία. Ήταν μία γοητευτικά απαξιωτική χρήση που δεν είχα φανταστεί! Ελπίζω ο "Κώστας" να είχε τοποθετήσει κι άλλες κάρτες σε άλλα βιβλία γιατί την συγκεκριμένη την πήρα για το αρχείο μου, για την άγραφη μελέτη μου πάνω στις σχέσεις ανθρώπων και βιβλίων.


Κυριακή, Φεβρουαρίου 06, 2005

Ενθύμιο καλοκαιριού 2004.

Το καλοκαίρι του 2004 κολύμπησα για πρώτη φορά σε ποτάμι, κάτω από μία γέφυρα στο δρόμο που οδηγεί από το Καρπενήσι στην Μονή της Παναγιάς στον Προυσσό. Στην διαδρομή από το Καρπενήσι μέχρι λίγο πριν από το μοναστήρι ο δρόμος περνά μέσα από κομμένους βράχους και στενά περάσματα ενώ παράλληλα με το δρόμο κυλάνε τα νερά του ποταμού Καρπενησιώτη. Από τη διασταύρωση που οδηγεί στο χωριό Δερμάτι μέχρι την Μονή η διαδρομή είναι περίπου 7-8 χιλιόμετρα. Στα μισά αυτής υπάρχει μία γέφυρα ανατολικά της οποίας συναντιούνται ο Καρπενησιώτης με τον Κρικελλοπόταμο και χύνονται στον Τρικεριώτη που συνεχίζει δυτικά της γέφυρας. Δίπλα στη γέφυρα, στην κατεύθυνση προς Καρπενήσι, βρίσκεται ένας κατηφορικός χωματόδρομος που οδηγεί στην κοίτη των ποταμών. Είχα ξαναπεράσει από την περιοχή και ποτέ δεν είχα κατέβει μέχρι εκεί. Αυτή τη φορά είχα προνοήσει να έρθω σε τούτα τα ορεινά μέρη φέρνοντας ένα μαγιό μαζί και περπάτησα την κοίτη μέχρι την συμβολή των ποταμών όπου το βάθος είναι γύρω στα δυο μέτρα. Ήταν η πρώτη φορά που κολύμπησα σε γλυκό νερό και μάλιστα τόσο κρύο ώστε βγαίνοντας δεν ένιωθα τη ζέστη.
Ο χάρτης δε με βοήθησε να καταλάβω αν ο Τρικεριώτης αδειάζει τα νερά του στην τεχνητή λίμνη των Κρεμαστών ή του Ταυρωπού. Πρέπει να είναι δυο χωριστές λίμνες. Δίπλα στο όνομα του Ταυρωπού υπήρχε το όνομα Μεγδόβας σε παρένθεση, υποθέτω πως πρόκειται για το όνομα που για πολλές γενιές θα χρησιμοποιούσαν οι ντόπιοι και το οποίο κάποια ελληνική κυβέρνηση θα το άλλαξε μαζί με τις σαρωτικές μετονομασίες τοπωνυμίων στην Ελλάδα, συνοδό φαινόμενο της αλλαγής των συνειδήσεων και των ταυτοτήτων. Δεν γνωρίζω αν όλα αυτά τα τοπωνύμια που προανέφερα είναι τα ίδια με αυτά που για αιώνες χρησιμοποιούσαν οι ντόπιοι ή αν πρόκειται για εμπνεύσεις του αθηναϊκού κοντόφθαλμου εθνικού ιδεώδους. Μαζί με τόπους και οι άνθρωποι δέχτηκαν τα κύματα της ιστορίας και συχνά ναυάγησαν.
Από σύμπτωση αυτό το καλοκαίρι συνάντησα ένα ηλικιωμένο ζευγάρι που κατάγεται από τούτα τα μέρη. Μου είπαν πως κατάγονταν από την Φραγκίστα και τον Τριπόταμο και ότι αφού παντρεύτηκαν εγκαταστάθηκαν στο τελευταίο. Το 1948, ενώ ο εμφύλιος πόλεμος μαινόταν, ο εθνικός στρατός τους μάζεψε όλους και τους απομάκρυνε από την περιοχή για να μην μπορούν οι δυνάμεις του ΔΣΕ να ανεφοδιάζονται ή να στρατολογούν με τη βία άντρες. Ο προσωρινός ξεριζωμός τελείωσε το 1950 και το ζευγάρι επέστρεψε στο χωριό μέχρι το '65. Εκείνον τον καιρό, σε μια Ελλάδα που εξελισσόταν, εγκατέλειπε μαζικά την ύπαιθρο και έχτιζε μεγαλόπνοα όνειρα, αποφασίστηκε η δημιουργία του υδροηλεκτρικού φράγματος και της λίμνης των Κρεμαστών που ανέφερα πιο πάνω. Το ζευγάρι με άλλες οικογένειες (γύρω στις 60), αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν οριστικά πια τα σπίτια τους γιατί βρίσκονταν στα πεδινά που θα κάλυπτε με το νερό της η λίμνη. Με μια πενιχρή αποζημίωση των 14.000 δραχμών της εποχής για το σπίτι και των 300 δραχμών για κάθε δέντρο εξορίστηκαν για δεύτερη φορά και αφού περιπλανήθηκαν λίγα χρόνια στην επαρχία κατέληξαν και αυτοί στο χωνευτήρι της Αθήνας. Είναι μία ιστορία που σε πολλούς Έλληνες κάποιας ηλικίας θα τους θυμίζει οικεία κακά, όταν κοπαδιαστά συνέρρεαν στην Αθήνα ή διέρρεαν προς το εξωτερικό για να ξεφύγουν από τον εναγκαλισμό της ανέχειας και κουβαλούσαν πολλές πληγές και ταλαιπωρίες στις αποσκευές τους ενώ αυτό που ονομάστηκε από τους μεταγενέστερους "χρυσός ελληνικός κινηματογράφος" αποτύπωνε μόνο γραφικούς και αστείους βλάχους, θαμπωμένους από τη μεγαλούπολη και πάντοτε φορείς ξεπερασμένων και διορθωτέων αντιλήψεων.