Κυριακή, Φεβρουαρίου 06, 2005

Ενθύμιο καλοκαιριού 2004.

Το καλοκαίρι του 2004 κολύμπησα για πρώτη φορά σε ποτάμι, κάτω από μία γέφυρα στο δρόμο που οδηγεί από το Καρπενήσι στην Μονή της Παναγιάς στον Προυσσό. Στην διαδρομή από το Καρπενήσι μέχρι λίγο πριν από το μοναστήρι ο δρόμος περνά μέσα από κομμένους βράχους και στενά περάσματα ενώ παράλληλα με το δρόμο κυλάνε τα νερά του ποταμού Καρπενησιώτη. Από τη διασταύρωση που οδηγεί στο χωριό Δερμάτι μέχρι την Μονή η διαδρομή είναι περίπου 7-8 χιλιόμετρα. Στα μισά αυτής υπάρχει μία γέφυρα ανατολικά της οποίας συναντιούνται ο Καρπενησιώτης με τον Κρικελλοπόταμο και χύνονται στον Τρικεριώτη που συνεχίζει δυτικά της γέφυρας. Δίπλα στη γέφυρα, στην κατεύθυνση προς Καρπενήσι, βρίσκεται ένας κατηφορικός χωματόδρομος που οδηγεί στην κοίτη των ποταμών. Είχα ξαναπεράσει από την περιοχή και ποτέ δεν είχα κατέβει μέχρι εκεί. Αυτή τη φορά είχα προνοήσει να έρθω σε τούτα τα ορεινά μέρη φέρνοντας ένα μαγιό μαζί και περπάτησα την κοίτη μέχρι την συμβολή των ποταμών όπου το βάθος είναι γύρω στα δυο μέτρα. Ήταν η πρώτη φορά που κολύμπησα σε γλυκό νερό και μάλιστα τόσο κρύο ώστε βγαίνοντας δεν ένιωθα τη ζέστη.
Ο χάρτης δε με βοήθησε να καταλάβω αν ο Τρικεριώτης αδειάζει τα νερά του στην τεχνητή λίμνη των Κρεμαστών ή του Ταυρωπού. Πρέπει να είναι δυο χωριστές λίμνες. Δίπλα στο όνομα του Ταυρωπού υπήρχε το όνομα Μεγδόβας σε παρένθεση, υποθέτω πως πρόκειται για το όνομα που για πολλές γενιές θα χρησιμοποιούσαν οι ντόπιοι και το οποίο κάποια ελληνική κυβέρνηση θα το άλλαξε μαζί με τις σαρωτικές μετονομασίες τοπωνυμίων στην Ελλάδα, συνοδό φαινόμενο της αλλαγής των συνειδήσεων και των ταυτοτήτων. Δεν γνωρίζω αν όλα αυτά τα τοπωνύμια που προανέφερα είναι τα ίδια με αυτά που για αιώνες χρησιμοποιούσαν οι ντόπιοι ή αν πρόκειται για εμπνεύσεις του αθηναϊκού κοντόφθαλμου εθνικού ιδεώδους. Μαζί με τόπους και οι άνθρωποι δέχτηκαν τα κύματα της ιστορίας και συχνά ναυάγησαν.
Από σύμπτωση αυτό το καλοκαίρι συνάντησα ένα ηλικιωμένο ζευγάρι που κατάγεται από τούτα τα μέρη. Μου είπαν πως κατάγονταν από την Φραγκίστα και τον Τριπόταμο και ότι αφού παντρεύτηκαν εγκαταστάθηκαν στο τελευταίο. Το 1948, ενώ ο εμφύλιος πόλεμος μαινόταν, ο εθνικός στρατός τους μάζεψε όλους και τους απομάκρυνε από την περιοχή για να μην μπορούν οι δυνάμεις του ΔΣΕ να ανεφοδιάζονται ή να στρατολογούν με τη βία άντρες. Ο προσωρινός ξεριζωμός τελείωσε το 1950 και το ζευγάρι επέστρεψε στο χωριό μέχρι το '65. Εκείνον τον καιρό, σε μια Ελλάδα που εξελισσόταν, εγκατέλειπε μαζικά την ύπαιθρο και έχτιζε μεγαλόπνοα όνειρα, αποφασίστηκε η δημιουργία του υδροηλεκτρικού φράγματος και της λίμνης των Κρεμαστών που ανέφερα πιο πάνω. Το ζευγάρι με άλλες οικογένειες (γύρω στις 60), αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν οριστικά πια τα σπίτια τους γιατί βρίσκονταν στα πεδινά που θα κάλυπτε με το νερό της η λίμνη. Με μια πενιχρή αποζημίωση των 14.000 δραχμών της εποχής για το σπίτι και των 300 δραχμών για κάθε δέντρο εξορίστηκαν για δεύτερη φορά και αφού περιπλανήθηκαν λίγα χρόνια στην επαρχία κατέληξαν και αυτοί στο χωνευτήρι της Αθήνας. Είναι μία ιστορία που σε πολλούς Έλληνες κάποιας ηλικίας θα τους θυμίζει οικεία κακά, όταν κοπαδιαστά συνέρρεαν στην Αθήνα ή διέρρεαν προς το εξωτερικό για να ξεφύγουν από τον εναγκαλισμό της ανέχειας και κουβαλούσαν πολλές πληγές και ταλαιπωρίες στις αποσκευές τους ενώ αυτό που ονομάστηκε από τους μεταγενέστερους "χρυσός ελληνικός κινηματογράφος" αποτύπωνε μόνο γραφικούς και αστείους βλάχους, θαμπωμένους από τη μεγαλούπολη και πάντοτε φορείς ξεπερασμένων και διορθωτέων αντιλήψεων.

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Πολύ ωραίο ποστ Προμηθέα!
Σχεδόν άκουγα τα νερά του ποταμού..
Συμφωνώ -μεταξύ άλλων- ότι είναι ενοχλητικότατη η συνήθεια της αλλαγής τοπωνυμίων.
Ιφιμέδεια