Κυριακή, Φεβρουαρίου 27, 2005

Βέτεμ Γκρεκ

-Η αστική κοινωνία αυτοθαυμάζεται. Ο Δολοφόνος, ο Πούστης, ο Κλέφτης, η
Πουτάνα, σπάνε τον καθρέφτη.
Ηλίας Πετρόπουλος – Εγχειρίδιον του Καλού Κλέφτη.

Διαβάζω στον Κουκουλέ ότι στο Βυζάντιο λέγανε Χαλδαίους τους μάγους και μια γριά Πολίτισσα μου είχε πει ότι στην Πόλη οι πορτιέρηδες λέγονταν Χαρβάτες (εκ του Hrvatski) επειδή ήσαν κροατικής καταγωγής. Και σήμερα στην Ελλάδα υπάρχει ένα επάγγελμα για κάθε μετανάστη: στα φανάρια οι μικροπωλητές είναι κυρίως πακιστανοί, τα σιντί μαϊμούδες τα σπρώχνουν στις καφετέριες οι μαύροι, στις οικοδομές συνήθως βρίσκεις Αλβανούς (παλιότερα Πολωνούς) και οι Ρωσίδες, Ουκρανές και γενικότερα ανατολικοευρωπαίες συντρόφισες γίνονται πουτάνες.
Πόλη και επαρχία έχουνε γεμίσει από σκλάβες σωματεμπόρων που τους προστατεύει ένα δίκτυο συνενοχής και εξαγοράς. Στα περισσότερα χωριά βρίσκεις κωλόμπαρα, ευτελείς κατασκευές – συνήθως λυόμενα – με παράταιρα εξωτικά ονόματα όπου συναντά ο πορνοπελάτης το εμπόρευμα και το καταναλώνει. Στις πόλεις οι τρόποι επαφής είναι ποικίλοι: ινστιτούτα μασάζ με αρνητικό ισολογισμό που έγιναν επικερδείς επιχειρήσεις χάρη στα πορνοέσοδα, πεζοδρόμιο, οίκοι ανοχής, κωλόμπαρα, βίζιτες. Γύρω στις ογδόντα χιλιάδες είναι τα θύματα (αλλοδαπές στο σύνολο) της αναγκαστικής πορνείας την δεκαετία 1990 – 2000.
Η παλιά ελληνίδα εκδιδομένη και ο αγαπητικός – νταβατζής υποχώρησαν μπροστά στα κοπάδια που έφεραν οι σωματέμποροι, γυναίκες που με ξύλο, βιασμούς και απειλές εκπορνεύτηκαν και απειλήθηκαν αποτελεσματικά ώστε να δουλεύουν στα όρια της αντοχής τους και να δέχονται ελάχιστο μέρος από τα πορνικά έσοδα. Μερικές γλίτωσαν με το να αυτοτραυματιστούν και έπειτα να καταγγείλουν την εκμετάλλευσή τους, χωρίς αυτό να εξασφαλίζει ότι θα τιμωρηθεί κανείς. Το ευρύ δίκτυο συνενοχής, η διαφθορά, η νωθρή δικαιοσύνη αφήνουν πολλούς ατιμώρητους κι όταν μια καταγγελία φτάνει στo δικαστήριο η κατάθεση μιας αλλοδαπής είναι κάτι το πολύ υποκειμενικό.
Είχα μια ρωσίδα συμφοιτήτρια κι όταν το ανέφερα κάποτε προκάλεσα πονηρά γελάκια και σχόλια. Η προκατάληψη έχει γίνει δεύτερο πετσί της σκέψης μας, αντανακλαστικό που φαίνεται ακόμα και όταν αβίαστα λέμε «ξέρω έναν Αλβανό αλλά είναι καλό παιδί». Σε μερικούς καράβλαχους η αγοραστική τους δύναμη επί των αλλοδαπών αιδοίων προκαλεί κι άλλη ηδονή, την απόδειξη της ανωτερότητος του καπιταλισμού, την ευκαιρία να ασελγήσουν επί του πτώματος του πάλαι ποτέ υπαρκτού σοσιαλισμού λες και ξέχασαν τότε που ελληνίδες πόρνες πηδιόντουσαν όρθιες στα Σϊδερα στον Πειραιά ή όταν σκάγανε στο λιμάνι στην Τρούμπα εκατοντάδες – πρωτευουσιάνες και επαρχιώτισες – για να συμπληρώσουν το εισόδημά τους ικανοποιώντας τις ανάγκες του αμερικάνικου στόλου κι ακόμα πιο παλιά, ξεχάσανε που μετά το 1922 και την προσφυγιά οι σωματέμποροι έκαναν χρυσές δουλειές με τις προσφυγοπούλες που τάχαμου τους υπόσχονταν δουλειά και έξοδο από την εξαθλίωση ενώ στην πραγματικότητα τις πούλαγαν στους οίκους ανοχής της Μασσαλίας, της Αλεξάνδρειας, του Πορτ Σάιντ και της Βηρυττού.
Οι αλλοδαπές που δεν έχουν πέσει στην πορνεία είναι ένοχες κι αυτές για τις ντόπιες γυναίκες με την κατηγορία ότι «κλέβουν τους άντρες». Βγαίνουν στην τηλεόραση με το δριμύ «κατηγορώ» τους κάτι γριές που ο γέρος (κι όλα του τα λεφτά μαζί) τις εγκατέλειψαν για μια καπάτσα και πιο νέα. Και πάλι φταίει η αλλοδαπή: ο έλληνας σύζυγος είναι το έπιπλο, το χρηματοκιβώτιο, το άβουλο αντικείμενο τελοσπάντων το οποίο εκλάπη. Δεν είναι η πρώτη ιστορική συγκυρία που συνέβη αυτό το γεγονός. Ο Ασημάκης Πανσέληνος στο Τότε Που Ζούσαμε λέει:

Όταν κατόπι, στα 1922, η κουτάλα της ιστορίας ξανάδειασε, σ’ ολάκερην την Ελλάδα, όλους πια τους Μικρασιάτες (και τις Σμυρνιές), διάτορη ακούστηκε η φωνή «μας παίρνουν τους άντρες μας» σα να ήταν η χώρα καντίνα που είχε υποχρέωση να φουρνίρει άντρες, μοναχά στις ντόπιες γυναίκες.



Σ’ αυτήν την ιστορία έχει δίκιο η παροιμία που λέει: «σκυλί που γαβγίζει δεν δαγκώνει». Γαβγίζουν οι ντόπιες ότι οι αλλοδαπές γυναίκες τους τρώνε τους άντρες, γαβγίζουν κι οι ιδιοκτήτες ακινήτων κοντά σε οίκους ανοχής για λόγους ηθικής δήθεν αλλά στην πραγματικότητα επειδή τα μπουρδέλα ρίχνουν την αξία των ακινήτων, ωστόσο παρά την γκρίνια κανείς δεν τους διώχνει.
(Μέσα σε όλην αυτήν την αναμπουμπούλα, ο κόσμος χάνεται κι η πουτάνα λούζεται, η κοινωνία δηλαδή και η διανόηση που μόλις πληροφορήθηκαν ότι το σπίτι του Αλ. Σβώλου στη Φυλής λειτουργούσε ως πολυδύναμος οίκος ανοχής ρίγη φρίκης διέτρεξαν το κορμί τους και ξεσηκωθήκανε. Το κλείσανε το μπουρδέλο αγνοώντας ασφαλώς ότι η απαγόρευση οίκων ανοχής σε πολυκατοικίες στρέφει τους σωματεμπόρους σε παλιά σπίτια τα οποία συντηρούν και σώζουν από την κατεδάφιση και την αντιπαροχή.)
Τουλάχιστον παρόλα τα δεινά που συσσώρευσαν στον Ελληνισμό οι μετανάστες, υπάρχουν ακόμη μερικά οχυρά που αμύνονται δυνατά και ελληνικά. Τη σημαία μας δεν την δίνουμε στους Αλβανούς – κι αν μερικές φορές την σηκώνουν μετανάστες, υπάρχουν φωνές που το καταδικάζουν αυτό. Απαραβίαστα ελληνικό είναι το παράδειγμα των μπουρδέλων μας, όπου ρητά απαγορεύονται οι αλλοδαποί πελάτες και το πολύ που μπορεί να κάνει ο Αλβανός είναι μια μπουρδελότσαρκα. Πρόκειται για μία προφορική απαγόρευση που έχει τουλάχιστον μία φορά αποτυπωθεί σε μια δίγλωσση – στ’ αλβανικά (Vetem Grek) και αγγλικά (Only Greek) - ταμπέλα πάνω από την είσοδο ενός ημιυπόγειου μπουρδέλου σε μια οδό κάθετη στην Φυλής. Τη σημαία και την πουτάνα δεν την δίνουμε σε αλλόφυλους.

ΥΓ. 1: Όλα όσα περιγράφονται παραπάνω είναι καθαρή φαντασία, οποιαδήποτε ομοιότης με εποχές, καταστάσεις ή πρόσωπα είναι εντελώς συμπτωματική.
ΥΓ. 2: Σε αυτόν τον ρατσιστικό διαχωρισμό σε βάρος των μεταναστών μπορούν οι κουλτουριαρέοι να απαιτήσουν οι πόρνες να δέχονται και αλλοδαπούς. Οι εθνικισταί μπορούν να ωρύονται ότι Έλληνας γεννιέσαι, δε γίνεσαι.

4 σχόλια:

diafanos είπε...

Ενδεχομένως άσχετο με το post, ίσως να το ξέρεις. Διαφορετικά μπορεί να σε ενδιαφέρει. Ιδού:

http://periglwssio.blogspot.com/

Aureliano Buendia είπε...

Διάφανε, ευχαριστώ, το γνωρίζω επειδή το έφτιαξε ένας πρώην συνάδελφός μου.

Zpi είπε...

Ποπο που το θυμήθηκες βρε Προμηθεα το 'Εγχειρίδιον του Καλού Κλέφτη'. Μπράβο. Τι μου θύμησες τώρα...

Sraosha είπε...

Πώπω, μου σηκώθηκε η τρίχα. Μου προκαλούνε τρόμο αυτά τα πράγματα.