Κυριακή, Μαρτίου 20, 2005

To 10

Όταν ήμουν μικρός ήταν συχνές οι βόλτες κάτω στον Πειραιά για «εξωσχολικά βιβλία» που -όπως είχαν πει οι δάσκαλοι στη μάνα μου- θα μου έκαναν «καλό». Θυμάμαι την Μαρία με το βιβλιοπωλείο που έχει κλείσει τώρα και οπου μέσα του περνούσα ώρες μέχρι να διαλέξω το βιβλίο που θα αγόραζα. Είμαι σίγουρος πως πρέπει να την είχα κουράσει πολύ όταν μια φορά μου πρότεινε - ίσως για να με ξαποστείλει - «Το 10» του Καραγάτση με τα καλύτερα λόγια, σ’ εμένα που τότε ήμουν μόλις δώδεκα χρόνων, ένα βιβλίο που κάθε άλλο παρά παιδικό είναι. Εκ των υστέρων και μάλιστα αρκετά χρόνια μετά σκέφτηκα ότι ή με είχε άχτι ή ήθελε να μου κάνει πλάκα ή ήθελε να μου αφήσει μία αφήγηση που (με δεδομένες τις συνθήκες που μεγαλώνει ένα παιδί) θα με πονήρευε μια ώρα γρηγορότερα. Μπορώ να πω ότι αυτό το βιβλίο είναι ένα από τα πολυδιαβασμένα της βιβλιοθήκης μου: το θρυλικό εκείνο αντίτυπο ξεπατώθηκε απ’ το διάβασμα και εντέλει χάθηκε δανεικό κι αγύριστο.
Ο κόσμος των λαϊκών συνοικιών του Πειραιά της δεκαετίας 1950-1960 ήταν ένα συναρπαστικό κουτσομπολιό που το διάβασα σα να υπήρχε στην πραγματικότητα, την αφιλτράριστη από την γονεϊκή λογοκρισία «μπροστά-στο-παιδί», περικυκλωμένο βέβαια από τη θολούρα της παιδικής άγνοιας για τα πράγματα που μιλούσε ο συγγραφέας αν και – όσο απονήρευτος και να ‘ναι κανείς – τα βασικά τα καταλάβαινα και παρακολουθούσα τις ερωτικές περιπέτειες των κατοίκων του «10» με ενδιαφέρον. Ο πρόωρος θάνατος του συγγραφέα το 1960 σ’ ηλικία μόλις 52 ετών άφησε το έργο του ημιτελές κι αυτό συχνά τροφοδότησε τη φαντασία μου με υποθετικές ιστορίες που συνέχιζαν την ζωή των κατοίκων του 10 πέραν της αφήγησης του Καραγάτση.
Ένας από τους χαρακτήρες του «10» που ήθελα πολύ να δω ευτυχισμένο ήταν η δις Στάσα Θέμελη: κόρη φτωχής αλλά τίμιας οικογενείας, της μόνης με πιάνο στην πολυκατοικία του «10» και ίσως σ’ όλην την γύρω συνοικία, εργαζόταν δαχτυλογράφος – αλληλογράφος στην Navegazion Panameira και δεν ήταν έξυπνη αρκετά ώστε να ενδώσει στις πονηρές προτάσεις του αφεντικού της που προσπαθούσε να τη δελεάσει με οικονομικές προσφορές: επέμενε να μένει ερωτευμένη με τον εμποροϋπαλληλάκο του ορόφου της, τον άβουλο Ζήση τον οποίο έβλεπε σαν πεμπτουσία της αντρίκιας τελειότητας, που μόνο με συγχορδίες του Σούμαν μπορεί να εκφραστεί. Ακόμα και στον Ζήση δεν ενέδιδε πριν το στεφάνι και απ’ ό,τι φαινόταν αυτή η στιγμή επρόκειτο να αργήσει πολύ δεδομένης της ανύπαντρης αδερφής του υπαλληλάκου που έπρεπε να στεφανωθεί πρώτη για να πάρει και κείνος σειρά. Αυτή η δις Στάσα είχε ένα μικρό κουσούρι:

η δις Στάσα, εκείνο το πρωί, βγήκε απ’ την κρεββατοκάμαρά της μισή ώρα νωρίτερα, στις εφτά. Πριν δρασκελίση το κατώφλι κοίταξε το πάτωμα του διαδρόμου· και διαπίστωσε πως μπροστά στην πόρτα της κάποιο πονηρό χέρι είχε σκορπίσει μία χούφτα χαλικάκια. Ταράχτηκε. Έλπισε ότι σήμερα, τα παλιόπαιδα δεν θα πρόφταιναν να της κάνουν το καθημερινό χυδαίο αστείο τους· φαίνεται όμως πως ξυπνάν από τα χαράματα για να τη βουρλίσουν... Το φυσικό της ήταν, όταν σ’ ένα πεζοδρόμιο ή σ’ ένα ασφαλτοστρωμένο δρόμο έβλεπε χαλικάκια, να εκνευρίζεται· να τα κλωτσάη για να καθαρίση την λεία επιφάνεια από τούτη την ανωμαλία. Πήραν χαμπάρι τη λόξα της τα παλιόπαιδα – ο Φανούρης με τη συμμορία του. Κάθε πρωί μπροστά στην ξώπορτα του «10», πάνω στο πεζοδρόμιο, έριχναν μιαν αδραξιά χαλίκια· ύστερα στέκονταν παράμερα· περίμεναν πότε θα βγη η δις Στάσα να τα κλωτσήση [...] Με τον καιρό οι μπασταρδόσποροι αποθρασύνθηκαν· κι έριχναν κάθε πρωί χαλίκια μπροστά στην πόρτα της κάμαράς της, μέσα στο διάδρομο του «10». [...] το δεύτερο στάδιο της πλάκας λάβαινε χώρα στην εξώπορτα, όπου είχε σκορπιστεί δεύτερη φούχτα χαλικάκι. [...]
Η δις Στάσα τυλίχτηκε στην αξιοπρέπειά της κι υπόμεινε με αρχοντική αταραξία το μαρτύριο των χαλικιών. Κάθε πρωί τα κλωτσούσε δύο φορές: μία μπροστά στην πόρτα της κάμαράς της· και μία μπροστά στην ξώπορτα του «10». Και συνέχιζε την πορεία της.


Μ. Καραγάτσης, Το «10», σελ. 96-97, Εστία (1997, έβδομη ανατύπωση της αρχικής έκδοσης του 1964).

Αρκετά χρόνια μετά την πρώτη ανορθόδοξη (ποτέ μου δεν διάβαζα βιβλίο από την αρχή μέχρι το τέλος αλλά διάλεγα τυχαία σελίδες και διάβαζα μέχρι να βαρεθώ) ανάγνωση κατάλαβα ότι αυτό που είχε η δις Στάσα ήταν μία ι δ ε ο ψ υ χ α ν α γ κ α σ τ ι κ ή δ ι α τ α ρ α χ ή. Αν ήταν ένας πραγματικός χαρακτήρας – εκείνον τον καιρό – δεν θα απευθυνόταν σε κάποιον ψυχολόγο. Θα ζούσε με το κουσούρι της. Η δις Στάσα είχε άλλωστε την ρετσινιά του «λοξού» ατόμου στην πολυκατοικία:


τσαντίστηκε· άρχισε να κλωτσάη τα πετραδάκια. Άξαφνα σταμάτησε με καρδιά παγωμένη· είχε ξεχάσει πως ο Ζήσης την έβλεπε. Την κοίταξε· και διαπίστωσε πως την κοίταζε με μάτια απορεμένα. Του χαμογέλασε με μορφασμό απαίσιο.
- Αυτά τα παλιόπαιδα βρωμίζουν τα πάντα, μουρμούρισε.
- Ναι, παραδέχτηκε εκείνος.
Ήξερε τη λόξα της· η μάνα του και η αδελφή του δεν παράλειψαν να του την πουν, προσθέτοντας ότι στην κακοήθεια να σκέφτεται να παντρευτεί πριν αποκατασταθή η αδελφή του, πρόσθετε τη βλακεία να θέλη για γυναίκα του μια θεόμουρλη.
σελίδα 103


Σχεδόν μισό αιώνα μετά τα παθήματα της δίδος Στάσας σκέφτηκα να απευθυνθώ για λογαριασμό της σε κάποιον ψυχολόγο. Έστειλα μήνυμα στο Συμβουλευτικό Κέντρο Φοιτητών της Φιλοσοφικής (χρειάστηκε να την κάνω φοιτήτρια γιαυτόν το λόγο και μάλιστα μεταπτυχιακή για να πλησιάζει στην ηλικία της λογοτεχνικής ηρωίδας) και πιο συγκεκριμένα στην online υπηρεσία συμβουλευτικής. Τα μηνύματα τα διαβάζουν δυο φορές την εβδομάδα και απαντούν μετά από ορισμένες μέρες, πάλι δύο φορές την εβδομάδα· οι απαντήσεις δημοσιεύονται σε μία ιστοσελίδα, αυτή που αφορούσε την δίδα Στάσα (μαζί με το μήνυμα που έγραψα) είναι η ακόλουθη:

Γεια σας. Είμαι μία μεταπτυχιακή φοιτήτρια στη Φιλοσοφική σχολή. Παράλληλα με το μεταπτυχιακό μου εργάζομαι σε μία εταιρεία και πρέπει κάθε πρωί να πηγαίνω νωρίς εκεί αλλά έχω ένα πρόβλημα. Όποτε βλέπω χαλίκια στο πεζοδρόμιο μου δημιουργείται εκνευρισμός και προσπαθώ να το καθαρίσω κλωτσώντας τα στο δρόμο. Το πρόβλημα αυτό δεν με απασχολούσε συχνά μέχρι που το κατάλαβαν κάποια παιδιά στην πολυκατοικία και το κάνουν επίτηδες κάθε πρωί εδώ και μία εβδομάδα. Ρίχνουν κάθε πρωί πηγαίνοντας σχολείο μια χούφτα χαλίκια στο πεζοδρόμιο μπροστά από την είσοδο και παραφυλάνε για να γελάσουν. Δεν τολμώ να πάω στους γονείς τους και να τους εξηγήσω το πρόβλημα, θα με βγάλουν τρελή. Ποτέ μέχρι τώρα δεν πίστευα ότι θα χρειαζόμουν βοήθεια για αυτήν την εμμονή μου αλλά τώρα μου παίρνει ένα τέταρτο κάθε μέρα για να καθαρίσω το πεζοδρόμιο. Ξέρω ότι δεν μπορώ να το αγνοήσω και να φύγω, γιατί θα το σκέφτομαι όλη μέρα, δεν θα κοιμηθώ. Μία φίλη μου είπε να πάω σε ψυχολόγο αλλά ντρέπομαι αρκετά. Θα ήθελα παρακαλώ να μου πείτε τι να κάνω.


Η εντύπωση που σχηματίσαμε διαβάζοντας το μήνυμά σας είναι ότι η δυσκολία που αντιμετωπίζετε είναι ψυχαναγκαστικού χαρακτήρα (για περισσότερες πληροφορίες δείτε το Μήνυμα #63). Πολλοί άνθρωποι που αντιμετωπίζουν τέτοιου είδους εμμονές δυσκολεύονται να απευθυνθούν σε έναν ειδικό, ακριβώς επειδή πιστεύουν ότι θα θεωρηθούν τρελοί λόγω του παράδοξου χαρακτήρα των εμμονών τους. Ωστόσο, όπως θα διαπιστώσετε η αμηχανία που θα νιώσετε είναι πιθανό να ξεπεραστεί από την πρώτη κιόλας συνεδρία, καθώς ο ειδικός με τον οποίο θα συνεργαστείτε γνωρίζει την ακριβή φύση του προβλήματος και κατά συνέπεια δεν πρόκειται να σχηματίσει αρνητική εικόνα για εσάς. Η aποτελεσματικότερη μορφή θεραπείας για τέτοιου είδους δυσκολίες είναι η γνωσιακή - συμπεριφοριστική ψυχοθεραπεία, η οποία μπορεί να συνδυαστεί με φαρμακευτική αγωγή ανάλογα με τις ανάγκες κάθε ατόμου. Περισσότερες πληροφορίες για τη συγκεκριμένη μορφή θεραπείας θα βρείτε στο δικτυακό τόπο του Ινστιτούτου Έρευνας και Θεραπείας της Συμπεριφοράς και της MedNet Hellas, όπου θα βρείτε και περισσότερες πληροφορίες για την ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή. Επίσης. στο βαθμό που η εμμονή σας με τα χαλίκια είναι η μόνη δυσκολία αυτού του είδους που αντιμετωπίζετε, θα μπορούσατε να προσπαθήσετε να την αντιμετωπίσετε χρησιμοποιώντας το βιβλίο αυτοβοήθειας που σας προτείνουμε το οποίο σε κάθε περίπτωση θα σας διευκολύνει σε μία μελλοντική συνεργασία με έναν ειδικό:


Lamagnere, F. (1999). Μανίες, φοβίες και έμμονες ιδέες. Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη.

[Κωδικός μηνύματος: #1372. Το μήνυμα αυτό θα
μεταφερθεί στην ενότητα ΑΓΧΟΣ - ΦΟΒΙΕΣ - ΕΜΜΟΝΕΣ ΙΔΕΕΣ.]



Φυσικά παρέλειψα να πω στους διαδικτυακούς ψυχολόγους ότι η δις Στάσα ήταν παρθένα, αν και πιστεύω ότι αυτό το παραπάνω στοιχείο δε θα το υπολόγιζε τόσο ο ψυχολόγος. Διαποτισμένος από την νοοτροπία του σιναφιού θέλει σώνει και καλά να σε γιατρέψει ο ίδιος, να σε φορτώσει με συμπεριφοριστικές θεραπείες, να σου δώσει χάπια, ενώ η μόνη ενδεδειγμένη και ανέξοδη θεραπεία για την συγκεκριμένη περίπτωση (και για τις περισσότερες νευρώσεις) είναι το πολύ και το καλό σεξ. Δεν είναι τυχαίο που η δις Στάσα είναι το μοναδικό ενήλικο παρθένο άτομο (και συνάμα το μοναδικό νευρωτικό) στις 500+ σελίδες του «10». Ίσως αδικείται από το ημιτελές μυθιστόρημα, δεν γνωρίζουμε ποια θα ήταν η εξέλιξή της αν γραφόταν ολόκληρο και εγώ, μολονότι που τώρα πια θεωρώ μπανάλ κατάληξη των μυθιστορημάτων τα χάπι εντ, κάνω μία εξαίρεση για αυτήν την περίπτωση. Την πήγα στον ψυχολόγο για να της ξεκολλήσω τη ρετσινιά της μουρλής που έμπαινε εμπόδιο στα γαμήλια σχέδια: ο Ζήσης προμάντευε τη σφοδρή αντίδραση των δικών του για το γάμο του με την «τρελή» που επιπλέον ήταν απένταρη (σελ. 484). Προσωπικά προτιμώ να σκέφτομαι ότι το μάτωσε το σεντόνι η δις Στάσα, κι ας ήθελε η μέγαιρα μάνα του Ζήση να τον παντρέψει με πλούσια, κι ας στέφθηκε με αποτυχία η μόνη προσπάθεια του ζευγαριού να προχωρήσει στα ερωτικά, στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου, αφού διακόπηκε από μια επέλαση μπανιστηρτζήδων που τους πρόγγηξαν σα σκυλιά.
Βροχή οι πέτρες πέφτουν ολόγυρά τους. Ξαφνιασμένοι, τρομαγμένοι, οι εραστές σηκώθηκαν και λάκισαν, δίχως να προφτάσουν να σιάξουν την ενδυματική ατημελησία τους. Τρίκλιζε η Στάσα πάνω στα πανύψηλα τακούνια της, σκόνταφτε στα κοτρόνια, πήγαινε να πέση, ωσάν το μέγα βάρος των μασταριών να έλκυε όλο το κορμί της προς τη γη. Με το ‘να ΄χερι ο Ζήσης τη βοηθούσε ενώ με τ’ άλλο πάσχιζε να οικονομήση το αναγερμένο όργανό του μέσα στο παντελόνι, δίχως να το κατορθώνη.

σελίδα 485.

Διαβάζοντας αλλεπάλληλες φορές αυτό το μυθιστόρημα που δεν έχει καμία παραπάνω λογοτεχνική αξία όσο έχει βιωματική για έναν δωδεκαετή αναγνώστη (που το διαβάζει και νομίζει ότι ο κόσμος είναι έτσι), μου έχει μείνει η παραφωνία της αγαμίας που επιπλέει σαν τη μύγα μες στο γάλα σε έναν έκλυτο κόσμο. Όπως είχε πει χαρακτηριστικότερα ο Στεφανής (κι εγώ το αναμασούσα νομίζοντας ότι είναι φράση του κόσμου των μεγάλων και καταφέρνοντας εντέλει να ξαφνιάσω τους γονείς μου με τις βωμολοχίες): Εδώ είναι πολυκατοικία γαμούμεθα! (Γιατί η Στάσα να είναι εξαίρεση;)

Κυριακή, Μαρτίου 06, 2005

...γραφή δε μένει εις χρόνους απεράντους.

Το βιογραφικό είναι ένα είδος κειμένου που απεχθάνομαι – με παραπέμπει είτε σε λογοτέχνες που δεν έχουν πια βίο παρά μόνο αναμνήσεις, είτε σε άνεργους που στέλνουν βιογραφικά δεξιά κι αριστερά για να βρουν δουλειά. Για αυτόν ίσως το λόγο η συλλεκτική μανία για διπλώματα, πτυχία, βεβαιώσεις που θα εμπλουτίσουν το βιογραφικό δεν με άγγιξε ποτέ – το φάσμα ενός πλούσιου βιογραφικού είναι το πενιχρό αντιστάθμισμα της ζωής που σώνεται.

Με την τέχνη όλα αυτά είναι κάπως διαφορετικά· δεν γλιτώνουν βέβαια οι κόποι των λογοτεχνών από την ματαιότητα που τα απαξιώνει όλα (κι εδώ θα μπορούσε να μιλήσει καλύτερα ο Ταμπούκι με το διήγημα Σε Αναμονή Του Χειμώνα) αλλά υπάρχει στην τέχνη ένα στοιχείο ματαιότητας όμοιο με αυτό της ζωής την οποία – ματαιότητα – την έχουμε κρύψει κάτω από ένα σωρό χρήσιμες πλάνες, όπως είναι η οικογένεια, οι σπουδές, η δουλειά, οι φίλοι. Μερικές φορές οι λογοτέχνες και οι ποιητές προσπαθούνε να ρίξουνε γέφυρες πάνω στην κινούμενη άμμο της ζωής και άλλοτε γυρεύουν έναν «πιθανό υπαινιγμό αιωνιότητας» όπως ο Μπόρχες, άλλοτε ένα σωσίβιο ποίημα (όπως το είχε πει η Δημουλά) ή άλλοτε διεκδικούν από τον μέλλοντα χρόνο μία θέση, όπως ο Θουκυδίδης (κτήμα ες αεί) ή όπως ο Ιωάννου που είχε ευχηθεί να διαβάζεται με πάθος εκατό, διακόσια χρόνια μετά το δικό του τέλος κι όχι να είναι αντικείμενο διδακτορικών.

Τελικά – αντίθετα με αυτές τις στιγμές αδυναμίας των λογοτεχνών – έχω καταλήξει στην πεποίθηση ότι η τέχνη δεν μπορεί να υπόσχεται καμία χρηστικότητα, έστω και μεταφυσική, δεν είναι διερεύνηση των μυστικών του κόσμου, ούτε ένα βαθύτερο νόημα κι ότι αρκεί μόνο να επιπλέουν τα κείμενα και να χαρτογραφούν έναν ακόμη τόπο για τους ζωντανούς. Έχοντας την αίσθηση ότι ίσως να είχε δίκιο ο Εκκλησιαστής ότι ουκ έστιν παν πρόσφατον υπό τον ήλιον, η κατακλείδα όλων των κειμένων που έχω διαβάσει και θα διαβάσω είναι η φράση του ανώνυμου βυζαντινού αντιγραφέα: η μεν χειρ η γράψασα σήπεται τάφω, γραφή δε μένει εις χρόνους απεράντους.