Πέμπτη, Απριλίου 28, 2005

Απίστευτα θλιβεροί

Εκεί που πηγαίνω ταχτικά είναι ένας υπάλληλος με νοημοσύνη "χαμηλή". Πρόκειται για ένα αγαθό παιδάκι που δείχνει να μην έχει αίσθηση ντροπής (βγήκε από την τουαλέτα και κούμπωνε το παντελόνι του μπροστά σ' όλους), έχει έντονο ενδιαφέρον για μεμονωμένα θέματα που δείχνει να τα κατέχει τέλεια, κυρίως όλα τα εγκλήματα που έχουν γίνει στην Ελλάδα κι όποτε μιλάω μαζί του με βομβαρδίζει με ερωτήσεις που μπορεί να είναι οι ίδιες 3-4 επαναλαμβανόμενες ερωτήσεις, ξύνει τη μύτη του μπροστά σε όλους και έχει πρόβλημα να αντιληφθεί τις σχέσεις μεγεθών και ποσοτήτων. Αν δηλαδή του πεις ότι η Λαμία είναι μακριά από την Αθήνα αλλά ότι ο Βόλος είναι πιο μακριά δεν θα μπορεί να καταλάβει αμέσως ότι ο Βόλος είναι μετά τη Λαμία.
Το πρόβλημα είναι ότι έχω δει μερικούς άλλους να τον αντιμετωπίζουν σαν ενόχληση, σαν κάτι δυσάρεστο που τους έχει φορτωθεί. Από την πρώτη στιγμή κατάλαβα από δυσαρεστημένα μέχρι εκνευρισμένα βλέμματα και κάποιες γκριμάτσες πίσω από την πλάτη του που μαρτυρούσαν δυσανεξία. Την δυσαρέσκεια που προκαλεί (στους έξυπνους και φυσιολογικούς ανθρώπους) δεν την αντιλαμβάνεται αλλά καταλαβαίνει πότε κάποιος τον κοροϊδεύει και αμύνεται: σηκώνεται και φεύγει.
Αυτό το παιδί είναι τυχερό μέσα στη γενική ατυχία του. Μαντεύω ότι οι γονείς του το φροντίζουν και το αγαπούν.
Αντίθετα, πολύ παρατημένος πρέπει να είναι ο Γιαννάκης. Δεν αναφέρω τίποτε άλλο εκτός από το όνομά του επειδή είναι πολύ γνωστός στις αστικές συγκοινωνίες του Πειραιά τα τελευταία τριάντα χρόνια. Έχει μυαλό μικρού παιδιού και σε πλησιάζει για να σου ζητήσει λίγα λεπτά. Αν του πεις "όχι" θα σε ρωτήσει αν θα του δώσεις αύριο ή μεθαύριο λεφτά. Αν του πεις "ναι", συμβιβάζεται και φεύγει. Συνήθως του αρέσει να πετάει καπάκια από αναψυκτικά έξω από το παράθυρο του λεωφορείου ή μικρά νομίσματα των 5 λεπτών και κάπου κάπου προσγειώνονται πάνω σε κάποιον τυχερό. Οι Πειραιώτες έχουνε μυριστεί ότι δεν του αρέσει να πλένεται και βρίσκονται πάντα μερικοί που τον στριμώχνουν και του λένε ότι πρέπει να πάει να πλυθεί για να γελάσουν με την αντίδρασή του καθώς στυλώνει τα πόδια του, καθηλώνεται σε ένα σημείο και βάζει τις φωνές σα μικρό παιδί.
Όλοι αυτοί οι βασανιστές - και του παιδιού που ανέφερα αλλά και του πασίγνωστου Γιάννη - νομίζουν ότι η νοημοσύνη τους είναι ανώτερη και ότι αυτή η ανωτερότητα τους επιτρέπει να τη χρησιμοποιούν κατ' αυτόν τον τρόπο.

Παρασκευή, Απριλίου 22, 2005

Βασανιστήρια

Επειδή αυτές τις μέρες συμπληρώθηκαν 28 (όχι 28, 38 - μα τι έπαθα, ξέχασα να μετράω ή νιώθω ακόμα τόσο μικρός;;;) χρόνια από την επιβολή της Χούντας στην Ελλάδα και επειδή αυτόν τον καιρό με απασχόλησε το ζήτημα του μαρτυρίου ως τεκμηρίου αγιότητας, ως δοκιμασίας που αναδεικνύει τον αγνό πιστό (οποιασδήποτε ιδέας), γιαυτό αποφάσισα να παραθέσω ένα κείμενο ξανά επίκαιρο. Τολμώ να υποθέσω πως αν οι Ρωμαίοι απλώς βασάνιζαν το Χριστό για καμιά βδομάδα ή μήνα (ρετσινόλαδο και πάγος, ξύλο, φάλαγγα, υποχρεωτική αϋπνία, σβήσιμο τσιγάρων πάνω του, ξερίζωμα νυχιών κλπ) -αντί να τον σκοτώσουν- και εάν ο Χριστός δεν έκανε κανένα από τα μαγικά του τότε μάλλον θα κάρφωνε όλους τους μαθητές του για να γλιτώσει από τον πόνο.


Ένα από τα πρώτα θύματα που είδα ήταν ένας νέος μόλις δεκαοχτώ ετών. Τον είχαν βασανίσει στο δωμάτιο της ταράτσας της ασφάλειας, στην οδό Μπουμπουλίνας. [...] Άντεξε στα βασανιστήρια κάπου είκοσι ώρες. Ύστερα μίλησε. Κατέδωσε τον καλύτερο φίλο του. Τον κατέβασαν στο υπόγειο, ένα μέρος που το έλεγαν "πηγάδι" κι εκεί τον άφησαν σ' ένα κελί χωρίς κρεβάτι και σκεπάσματα, ώσπου να εξαφανιστούν το πρήξιμο των ποδιών και οι άλλες πληγές. [...] Λίγο καιρό αργότερα όλα αυτά τα παιδιά αφέθηκαν ελεύθερα με αμνηστία. Τότε τον συνάντησα και μου διηγήθηκε την ιστορία του.
-Επρόδωσα τον καλύτερό μου φίλο, είπε. Μίσος και πόνος σκοτείνιασαν τα μάτια του. Σώπασε λίγο σαν να θελε να συγκρατήσει τα λόγια που ακολούθησαν:
-Εμείς, που μας ανάγκασαν να προδώσουμε, ποτέ δεν θα συγχωρήσουμε, ποτέ δεν θα ξεχάσουμε.
[...] Το Νοέμβριο του 1970, ο Αλέξανδρος Παναγούλης κατόρθωσε να βγάλει λαθραία από τη φυλακή το ακόλουθο γράμμα:
[...] Βρίσκομαι δυο χρόνια τώρα σε αυστηρή απομόνωση. Έχω υποβληθεί σε τρομερά βασανιστήρια: περιληπτικά αναφέρω. - Μαστιγώσεις με καλώδια και συρματόσχοινα σε όλο μου το κορμί. - Χτυπήματα με σίδερα στο στήθος και στα πλευρά με αποτέλεσμα κατάγματα σε δύο ή τρία πλευρά. - Εγκαύματα με τσιγάρο στα χέρια και στα γεννητικά όργανα. - Πέρασμα στην ουρήθρα μου μιας λεπτής βελόνας από ευαγωγό μέταλλο και θέρμανσή του εκτός της ουρήθρας μέρους με αναπτήρα. - Απόφραξη των αναπνευστικών οδών με τα χέρια τους μέχρι ασφυξίας. - Λακτίσματα. - Γρονθοκοπήματα. - Τράβηγμα των μαλλιών. - Χτυπήματα του κεφαλιού στους τοίχους και στο πάτωμα.


Αμαλία Φλέμινγκ, Προσωπική κατάθεση.

Κυριακή, Απριλίου 17, 2005

Κουβέντα για τον πόνο

Μία συζήτηση που ξεκίνησε ο Δημήτρης και που ήδη περπατά από τον Χοιροβοσκό μέχρι εδώ μου έδωσε την ιδέα να ανθολογήσω 2-3 κείμενα από τη λογοτεχνία σχετικά με τον πόνο. Εκφράζουν κάτι που πρωτύτερα δεν μπορούσα μόνος μου να το σκεφτώ και που όταν το διάβασα ένιωσα ευγνωμοσύνη για αυτούς που το σκέφτηκαν για μένα.

«...η λατρεία του πόνου, οι κραυγές των βασανισμένων τις οποίες κάνουμε ύπατη προσευχή και ύπατη προσφορά, οι ποταμοί του αίματος που είναι για μας πηγές ζωής, ιδανική βάπτιση, όλα αυτά οδηγούν στο απόλυτο της Κόλασης. Κόλαση σημαίνει: μην αποφεύγεις τον περαστικό πόνο, εδώ και τώρα, για να αποφύγεις το απόλυτο μαρτύριο και την απόλυτη απελπισία στο απόλυτο της αιωνιότητας. Υπόφερε για να μην υποφέρεις. Αυτή η φοβερή σκέψη, αυτή η παρανοϊκή επινόηση, ενέπνευσε τους μεγαλύτερους ιεροκήρυκες, τους μεγαλύτερους ποιητές και τρομοκράτησε λεγεώνες παιδιών [...] αρνούμαι αυτή τη θρησκεία που σμίγει το αίμα με την αγάπη. Αρνούμαι την εξουθένωση και γι’αυτό είμαι υποχρεωμένος να αρνηθώ την έξαρση. [...] Ήταν φυσικό να καταλήξω στην κοινοτοπία του αγνωστικισμού: ο άνθρωπος έφτιαξε το θεό κατ’εικόνα και καθ’ ομοίωσή του και επειδή κάθε άνθρωπος κουβαλά μέσα του μια κάποια σκληρότητα και διαστροφή, η σκληρότητα και η διαστροφή αυτού του θεού είναι απόλυτη. Θέλω να κάνω εσάς που σέβεστε την πειθαρχία και την ταπεινοφροσύνη στις οποίες εδράζετε την ελπίδα σας να αισθανθείτε πόσο άχρηστος είναι ο πόνος και πόσο ανώφελη είναι η ταπείνωση, οι πηγές της απελπισίας μου.»

Τα παραπάνω είναι από το βιβλίο Η Βέργα Του Παπαγάλου του Μισέλ Ριό. Όταν το πρωτοδιάβασα, μία πενταετία πριν, αναδεύτηκαν μνήμες των υπερ πίστεως μαρτυρησάντων χριστιανών που στην παιδική μου ηλικία είχαν προβληθεί ως πρότυπα του κόσμου και της θρησκείας μας και θυμήθηκα πολύ καθαρά τον τρόμο που μου προκαλούσε η κληρονομιά αυτή.

«Ο δήμιος γελάει [...] Σκέφτεται ότι μπορεί να κάνει τα πάντα. Τους βλέπει να διαλύονται, να εξευτελίζονται, να τρελαίνονται, να βρωμίζονται, να απαρνούνται τον εαυτό τους κάτω από την επίδραση του πόνου. Σκέφτεται: να η συνείδηση του κόσμου, η λογική του, η αξιοπρέπειά του. [...] να όλα τα μεγάλα λόγια που θέλουν να αλλάξουν την τάξη των πραγμάτων, όλες αυτές οι άχρηστες σκέψεις, όλες οι γελοίες λαχτάρες, όλες οι γνώσεις που δε χρησιμεύουν σε τίποτα, τις έχω εδώ μπροστά μου: είναι ένα κομμάτι κρέας που σφαδάζει. [...] Ουρλιάζει και σφαδάζει όταν εγώ το θέλω. [...] Τα λόγια και τα βιβλία λένε ψέματα. Δεν κουράζονται να λένε ψέμματα. Η αλήθεια είναι πως υπάρχει μόνο ο δήμιος και το θύμα. Οι λέξεις δεν είναι παρά ένα όνειρο [...] θα ήθελα να ψεύδονται οι πράξεις, επειδή προδίνουν και ξέρω πολύ καλά ότι ψεύδονται οι λέξεις επειδή επαίρονται. Αναπόφευκτα. Συσσωρεύονται και λένε οτιδήποτε με το πρόσχημα της εξωτερικής λογικής. Αυτή η λογική είναι ελάττωμα. Ένα ελάττωμα διατύπωσης που γίνεται ελάττωμα ουσίας [...] Η πρώτη λέξη γέννησε την πρώτη ουτοπία.»


Το προηγούμενο κείμενο – επίσης από το Μισέλ Ριό – τον συνδέει με αυτό που λέει πιο καθαρά ο Στρατής Μυριβήλης στο Η Ζωή Εν Τάφω:

«Πολεμώ να γυρέψω βοήθεια από τους λογής φιλοσόφους που με εμπιστοσύνη μια φορά διάβαζα τις θεωρίες τους. Πολεμώ να βάλω τον πόνο του σώματος έξω από την ψυχή μου και να τον κοιτάξω από μακριά. Πολεμώ να χωρίσω την σκέψη απ’το κορμί, το μυαλό μου απ’ τα νεύρα, την ψυχή απ’ το σωματικό πόνο. Και βλέπω πως όλα αυτά είναι χοντρές ηλιθιότητες ανωφέλευτες, που τις γράφουν οι μεγάλοι μωροί σαν είναι γεροί στο κορμί. Είναι για να τους σπάσεις τα δόντια όλους αυτούς τους γαϊδάρους που γυρίζουν φορτωμένοι υποκρισία και ψεύτικα γιατροσόφια. Ο πόνος του κορμιού! Δεν υπάρχει τίποτ’ άλλο που να κάνει πιο δυστυχισμένη την ψυχή και το πνέμα. Ολ’ αυτά είναι κορμί. Και σαν πονά το κορμί όλα πάνε κατά διαβόλου. Ο κόσμος είναι ωραίος και ο άνθρωπος είναι καλόκαρδος, μεγαλόψυχος κι ευτυχισμένος, κι όλα τα καλά πράγματα έχουν αξία, μονάχα σαν είναι γερό το κορμί.»

Δευτέρα, Απριλίου 11, 2005

Ευλαίος ποταμός

Αυτό το Σαββατοκύριακο το πέρασα στο χωριό. Στον κήπο είχε φυτρώσει αφιόνι (δεν ξέρω αν έτσι λέγεται το φυτό, πάντως δεν είναι η κοινή παπαρούνα) που ξεριζώσαμε και καταστρέψαμε αμέσως. Σε κάποια άλλη εποχή, μέχρι λίγο πριν τον Β΄ παγκόσμιο αυτό το φυτό ήταν η καλύτερη εναλλακτική του παιδικού σταθμού. Θα το μάζευαν οι γυναίκες, θα το έβραζαν με γάλα και θα το δίνανε στα μωρά για να μην κλαίνε και τις ενοχλούν στα χωράφια και στο σπίτι. Στα αρβανιτοχώρια το λέγανε γκιούμισι ή γκιούμουσι (όπως και να το μεταγράψω σε ελληνικό αλφάβητο είναι λάθος), μια λέξη που προέρχεται από το gjumë (= ύπνος στα αλβανικά).

To απόγευμα της Κυριακής ανεβήκαμε στο ξωκλήσι με τις πηγές όπου o Λέων έκανε θραύση σε μία ομάδα ορειβατών που είχαν αράξει εκεί δίπλα με δυο μεγάλα πούλμαν. Είχαν κάνει με τα πόδια μία διαδρομή στα βουνά που κλείνουν το χωριό, είχαν απλώσει τις αρίδες τους κάτω απ’ τα πλατάνια και δεν μπορούσα να κάτσω να πιω τον καφέ μου με ησυχία. Πήραμε μόνο λίγο νερό για να το έχουμε μαζί μας στην Αθήνα και φύγαμε.

Έχει γίνει έθιμο να κουβαλάμε νερό από το χωριό μαζί μας και με αυτό να πίνουμε τον καφέ τα απογεύματα, κάτι που τυχαία ανακάλυψα πως συνήθιζαν κι οι Πέρσες βασιλιάδες:

Ευλαίος ποταμός

ποταμός του Ελάμ περίφημος για το νερό του. Οι Πέρσες βασιλείς έπιναν μόνο από το νερό του και μετέφεραν ποσότητες από αυτό όπου ταξίδευαν.

τόμος 25, εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα.

Μαντεύω πως το περσικό έθιμο ξεκίνησε από την αίσθηση ότι η παιδική ηλικία είναι μία μορφή πατρίδας κι ο χρόνος παίρνει τη μορφή του χώρου με τον οποίο συνδέονται όσα νοσταλγούμε. Κάποιος Πέρσης βασιλιάς από νοσταλγία κουβάλαγε μαζί του νερό απ' το ποτάμι σε κάθε εκστρατεία και πήραν τη συνήθεια κι οι υπόλοιποι. Εναλλακτικά μπορεί να είναι αλήθεια ότι μία περσική στρατιά τάχτηκε με το ελληνικό πλευρό μετά την μάχη των Θερμοπυλών και η σημερινή μου συνήθεια είναι απόδειξη της βιολογικής συνέχειας του περσικού έθνους εν Ελλάδι.


Τρίτη, Απριλίου 05, 2005

Έλεος

Δεν μπορώ άλλο. Τα έφτυσα. Έχω λυώσει. Δεν θέλω να ξαναδιαβάσω το γαμημένο το άρθρο, είμαι βλάκας, ανίκανος, τεμπέλης, σταρχιδιστής, φραπεδοφόρος ωχαδερφιστής. Είναι η δεύτερη φορά που πιάνω το καταραμένο το άρθρο που γράφω για μια γλωσσολογική εγκυκλοπαίδεια και ξέρω ότι θα το πάρω πάλι πίσω κι ότι ο γερμαναράς ο καθηγητής θα μου ζητήσει να το ξαναδιορθώσω. Στην αρχή μου είπε να το δώσω το άρθρο να το κοιτάξει ένας μητρικός ομιλητής της αγγλικής. Η αλήθεια είναι ότι το έδωσα μόνο σε μία φιλόλογο της αγγλικής που είχε κι ένα μεταπτυχιακό στην Αγγλία αλλά για περισσότερη ακρίβεια το έδωσα και σε μια ελληνοκαναδέζα, που όντας γεννημένη σε αγγλόγλωσσο περιβάλλον θα είχε έμφυτο το γλωσσικό αίσθημα. Κι όμως ο γερμαναράς δεν αρκέστηκε σε αυτό! Με ειρωνεύεται και μου ζητάει να το ξαναδώσω σε μητρικό ομιλητή της αγγλικής γιατί ο προηγούμενος δεν του έκανε. Απαιτεί να το μειώσω κιόλας! «Μα έχω υπογράψει στο συμβόλαιο να γράψω 4 σελίδες, είστε σίγουρος ότι θέλετε να το μειώσω;;;»

«Ναι, να το μειώσεις», μου απαντά, «δε μας νοιάζουνε τα βιογραφικά στοιχεία, μόνο το γλωσσολογικό έργο αρκεί.»

Καινούργιος μπελάς με βρήκε. Να πω ότι αρνούμαι το άρθρο (μιας και το δέλεαρ των 10 ευρώ δεν είναι μεγάλο και ήδη έχω χαλάσει 40 ευρώ σε βιβλία και φωτοτυπίες) δε γίνεται, θα εκτεθώ κι εγώ αλλά κι ο καθηγητής μου που μ’ εμπιστεύτηκε. Αυτός ο ψυχοβγάλτης νομίζει ότι είμαι από τα ψώνια που κάνουν κωλοτούμπες για να τους δοθεί η ευκαιρία για δημοσίευση κι έχει την εντύπωση ότι θα κάτσω να το ξαναγράψω το άρθρο. Όχι ρε, δεν είμαι το ψώνιο που λέει «σφάξε με αγά μου να αγιάσω» αλλά θα κάτσω να το γράψω το γαμημένο το άρθρο κι ο παθός μαθός.

Κυριακή, Απριλίου 03, 2005

Για δυνατούς λύτες...

ΧΙV 650f...σίδας δ’ ότι τας ροιάς καλούσι Βοιωτοί Αγαθαρχίδης εν τη εννεακαιδεκάτη των Ευρωπιακών ούτως γράφει· «αμφισβητούντων Αθηναίων προς Βοιωτούς περί της χώρας ήν καλούσι Σίδας, Επαμινώνδας δικαιολογούμενος εξαίφνης εκ της αριστεράς μεταλαβών κεκρυμμένην ρόαν και δείξας ήρετο τι καλούσι τούτο. των δ’ ειπόντων ρόαν, 651a αλλ’ ημείς, είπε, σίδαν· ο δε τόπος τουτ’ έχει το φυτόν εν αυτώ πλείστον, αφ’ ου την εξ αρχής είληφε προσηγορίαν· και ενίκησεν.»

Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί.

Στο παραπάνω ανεκδοτολογικού περιεχομένου απόσπασμα ο Αθήναιος παραθέτει απόσπασμα του Αγαθαρχίδη όπου εξιστορεί την διεκδίκηση από τους Αθηναίους μίας Βοιωτικής πόλης με το όνομα Σίδα. Αναφέρει πώς η πόλη κατέληξε στους Βοιωτούς λέγοντας ότι ο Επαμεινώνδας έδειξε στους Αθηναίους ένα ρόδι και τους ρώτησε πώς το λένε. Οι Αθηναίοι το λέγανε «ρόα», ενώ οι Βοιωτοί το λέγανε «σίδα» και μάλιστα στην περιοχή όπου βρισκόταν η πόλη Σίδα βρίσκονταν πολλές ροδιές από τις οποίες φαινόταν ότι είχε ονομαστεί η πόλη. Με αυτό το τέχνασμα λέγεται ότι ο Επαμεινώνδας απέδειξε ότι το εν λόγω χωριό ιδρύθηκε και κατοικήθηκε εξαρχής από Βοιωτούς κι όχι από Αθηναίους.

Αυτή είναι και η αρχαιότερη περίπτωση (απ’ όσο γνωρίζω) όπου κάποιος χρησιμοποιεί τη γλώσσα (και την ετυμολογία) για πολιτικούς λόγους. Η σύγχρονη εποχή, με την ανάδυση των εθνικισμών τον 19ο και τον 20ο αιώνα, επιφυλάσσει στη γλώσσα και στη γλωσσολογία μία πλούσια γκάμα χρήσεων για ιδεολογικούς και πολιτικούς σκοπούς.

Με το που διάβασα το απόσπασμα από τον Αθήναιο μου ήρθε αμέσως στο νου ο Hobsbawm: «...η εθνικότητα ...είχε σαφώς κάποια σχέση με την ομιλουμένη γλώσσα, και μόνον επειδή η γλώσσα από τη δεκαετία του 1840 είχε αρχίσει να παίζει σημαντικό ρόλο στις διεθνείς εδαφικές συγκρούσεις – ιδιαίτερα αξιοσημείωτο στο ζήτημα του SchleswigHolstein, το οποίο διεκδικούσαν Δανοί και Γερμανοί – παρόλο που πριν από το δέκατο ένατο αιώνα τα γλωσσικά επιχειρήματα δεν είχαν χρησιμοποιηθεί για να υποστηρίξουν τις εδαφικές αξιώσεις των κρατών. Το 1842, όμως, η Revue des Deux Mondes ήδη παρατήρησε ότι «τα πραγματικά φυσικά σύνορα δεν καθορίζονταν από τα βουνά και τα ποτάμια, αλλά μάλλον από τη γλώσσα, τα έθιμα, τις αναμνήσεις, όλα όσα διακρίνουν ένα έθνος από ένα άλλο», επιχείρημα που ομολογουμένως χρησιμοποιήθηκε για να εξηγήσει γιατί η Γαλλία δεν έπρεπε απαραιτήτως να έχει φιλοδοξίες για το σύνορο του Ρήνου· ακριβώς όπως το επιχείρημα ότι «το ιδίωμα που ομιλείται στη Νίκαια έχει μία μακρινή μόνον ομοιότητα με την ιταλική γλώσσα» έδωσε στον Καβούρ μίαν επίσημη δικαιολογία για να εκχωρήσει αυτό το μέρος του βασιλείου της Σαβοΐας στον Ναπολέοντα Γ΄. Το γεγονός παραμένει ότι η γλώσσα είχε γίνει τώρα ένας παράγοντας στη διεθνή διπλωματία.»

σελ. 140, Έθνη και εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, E. Hobsbawm (μετάφραση: Χρυσ. Νάντρις) εκδ. Καρδαμίτσα 1994

Αν ο Επαμεινώνδας στηρίχτηκε σε ένα κριτήριο «αντικειμενικό», o Καβούρ έκανε ένα άλμα για να εκλογικεύσει την παραχώρηση της Νίκαιας. Τα παρόμοια άλματα επρόκειτο να γίνουν πολλά στην περιοχή των Βαλκανίων απ’όσο ξέρω. Στην τελική φάση της εκδίπλωσης των εθνικών κρατών στα Βαλκάνια μία ομάδα από αδύναμα κρατίδια είχε μαζευτεί γύρω από το πτώμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (την περίφημη ανατολική αγγινάρα που όλοι μαδούσαν προς όφελός τους) και έριζαν για τα τελευταία οθωμανικά εδάφη στην Ευρώπη: Αλβανία, Ήπειρο, Μακεδονία (που εν τέλει μοιράσαν στα τρία) και Θράκη. Η περιοχή είχε ανακατεμένους πληθυσμούς που δεν δικαιολογούσαν την δημιουργία αλυτρωτικών βλέψεων όμως οι ατσίδες Βαλκάνιοι το βόλεψαν κι αυτό. Ενδεικτικό είναι αυτό που είχε πει κάποτε ο Τρικούπης στην εφημερίδα Manchester Guardian το 1889:

«Όταν έλθη ο μέγας πόλεμος, ως αφεύκτως θα συμβεί μετά τινά έτη, η μακεδονία θα γίνει ελληνική ή βουλγαρική κατά τον νικήσαντα. Αν την λάβωσιν οι Βούλγαροι, δεν αμφιβάλλω ότι θα είναι ικανοί να εκσλαβίσωσι τον πληθυσμόν μέχρι των θεσσαλικών συνόρων. Αν ημείς την λάβωμεν, θα τους κάνωμεν όλους Έλληνας μέχρι της ανατολικής Ρωμυλίας.»

Αυτό που προέβλεψε ο Τρικούπης έμελλε να πραγματοποιηθεί μέσα από την ίδρυση εκατοντάδων σχολείων, με ένοπλες ομάδες Βούλγαρων και Ελλήνων που συγκρούονταν στα οθωμανικά εδάφη αλλά και με ιδεολογικά όπλα, ένα από τα οποία ήταν και η γλώσσα. Μπροστάρης του αγώνα είναι ο Κ. Ι. Τσιούλκας, με το βιβλίο του Συμβολαί εις την διγλωσσίαν των Μακεδόνων (εκ συγκρίσεως της σλαβοφανούς μακεδονικής γλώσσης προς την ελληνικήν). Σύμφωνα με τον Τσιούλκα η Σλαβομακεδονική έπασχε από ...σλαβοφάνεια, δηλαδή έμοιαζε με σλαβική αλλά ήταν ...ελληνική!

Το βιβλίο του είναι ένα προπαγανδιστικό σκουπίδι μάλλον παρά γλωσσολογική μελέτη αλλά ο στόχος του φιλολόγου Τσιούλκα τον καιρό του μακεδονικού αγώνα ήταν να προπαγανδίζει από τη θέση του και με τα μέσα που διέθετε τον ελληνικό εθνικισμό κι όχι να νοιάζεται για επιστημονική εγκυρότητα. Για έναν φιλόλογο δεν υπήρχε άλλο πιο πρόσφορο όπλο από το να προσπαθήσει να στερήσει από τον βουλγαρικό εθνικισμό το πλέον φανερό έρεισμα, το γλωσσικό. Χάρη στην εθνικιστική υστερία που μας έπιασε από το 1991 και μετά μπόρεσα να αποκτήσω το εν λόγω βιβλίο που κυκλοφόρησε από κάποιον εκδοτικό οίκο σαν εποχιακό φρούτο και βρέθηκαν κάποιοι να το θυμηθούν όπως ο ...έτερος Καππαδόκης, η συγγραφέας του «Έλληνος Λόγου» που συγκαταλέγει την προπαγανδιστική παλιοφυλλάδα του Τσιούλκα στα "έγκριτα επιστημονικά αναγνώσματα" (τα οποία - να προσθέσω - έχουμε ανάγκη όταν μας τελειώνει το κωλόχαρτο).

Τα αποτελέσματα της προπαγάνδας δεν άργησαν να φανούν· λίγο η ιδεολογική προετοιμασία, λίγο τα οικονομικά συμφέροντα και άλλες παράμετροι που για τούτο το κείμενο δεν έχουν ενδιαφέρον, καταλήξαμε στο να γίνουν φανατικοί ελληναράδες οι μισοί σλαβόφωνοι. Μπορώ να πω ότι δεν χρειαζόταν να πειστούν ότι η γλώσσα τους ήταν «κατά βάθος» ελληνική που έπασχε από σλαβοφάνεια γιατί είχαν ήδη πάρει την απόφασή τους. Ακόμα και όταν το 1926 με το σύμφωνο Πολίτη – Καλφώφ η Ελλάδα ανέλαβε να προβλέψει για την βασική εκπαίδευση των σλαβόφωνων στην μητρική τους γλώσσα, βρέθηκαν κάποιοι από αυτούς οι οποίοι μαζεύτηκαν και έκαψαν τα σλαβόφωνα αναγνωστικά (Abecedar) που είχε στείλει η Αθήνα και διαμαρτυρήθηκαν επειδή το κράτος δεν τους παρείχε ελληνική εκπαίδευση αλλά επέμενε να τους βλέπει ως ...διαφορετικούς.

Με τα προαναφερθέντα θέλησα απλώς να κάνω σαφές ότι δεν μπορούμε κανονιστικά να απονείμουμε εθνικές ταυτότητες. Γλώσσα, ιστορία, λαϊκός πολιτισμός τοποθετήθηκαν πάνω στην προκρούστεια κλίνη για να πάρουν το επιθυμητό σχήμα. Η επιθυμία κάποιου σλαβόφωνου, βλαχόφωνου, τουρκόφωνου ή αλβανόφωνου να θεωρεί τον εαυτό του Ελληνα όπως και η επιθυμία ενός ελληνόφωνου Τουρκοκρητικού να θεωρεί τον εαυτό του Τούρκο είναι απολύτως σεβαστή και κανείς δεν μπορεί να του αρνηθεί την εθνική συνείδηση για τον πολύ απλό λόγο ότι κάθε ταυτότητα είναι πλαστή (για πολλούς λόγους που δεν μπορώ να αναπτύξω τώρα) και επειδή η εθνική συνείδηση είναι κάτι που, όσο πλαστό κι αν είναι, από τη στιγμή που ο άνθρωπος το πιστεύει γίνεται ιερή και είναι δικαίωμα του καθενός να εκφράζεται μέσα από οποιαδήποτε εθνική ταυτότητα γουστάρει.

ΥΓ: Στη Νίκαια μένει μία κυρία από τη Δράμα. Ξέρει τη σλάβικη διάλεκτο του χωριού και μια φορά που πήγε εκεί συνάντησε Βούλγαρους τουρίστες και τους εξυπηρέτησε μιλώντας τη γλώσσα του χωριού της. Παρά το γεγονός αυτό, ποτέ δεν σκέφτηκε ότι δεν είναι Ελληνίδα. Χαρακτηριστικό είναι ότι όποτε τηλεφωνεί στη Δράμα στους συγγενείς της που έχει καιρό να τους ακούσει προτιμά να μιλά μαζί τους στα σλάβικα, κάτι που το θεωρούν μία πράξη τρυφερότητας. Το να επιβιώνει η μισητή σλαβική για να συνδέει αγαπημένα πρόσωπα και να διατηρεί ζωντανούς τους δεσμούς με την κοινότητα και το παρελθόν είναι μεγάλη ειρωνεία (κι εκδίκηση). Με αυτά δεν πρόκειται να νεκραναστηθεί η γλώσσα τους και – να πω την αλήθεια – δεν με ενδιαφέρει· το μόνο που κοιτάω όταν φεύγουν τα διακυβεύματα είναι η επιστροφή της ορθής και πάλι όρασης που για την άρνησή της βαρυγκόμησε πολύς κοσμάκης.

Περισσότερα μιαν άλλη φορά.